Η Μέση Ανατολή φλέγεται η Αθήνα υπνοβατεί
Η φωτιά που άναψε στη Μέση Ανατολή δεν είναι μία ακόμη «μακρινή κρίση» για να γεμίζουν τα δελτία ειδήσεων, οι στρατιωτικοί χάρτες και οι διπλωματικές κοινοτοπίες. Είναι πόλεμος με πραγματικές συνέπειες. Και όσο η στρατιωτική εκστρατεία ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν κλιμακώνεται, τόσο καθίσταται σαφές ότι δεν συζητούμε απλώς για πλήγματα κατά πυρηνικών ή βαλλιστικών υποδομών. Συζητούμε για μια επιχείρηση που μπορεί να μεταβάλει την αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής, να τινάξει στον αέρα τις ενεργειακές ισορροπίες και να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου στο εσωτερικό του Ιράν.
Από τις 28 Φεβρουαρίου έως και τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου, η κρίση απέκτησε χαρακτηριστικά γενικευμένης αποσταθεροποίησης. Τα πλήγματα και τα αντίποινα πολλαπλασιάζονται, ενώ η εμπλοκή τρίτων παύει να είναι θεωρητικό ενδεχόμενο. Η αναχαίτιση ιρανικού βαλλιστικού πυραύλου από νατοϊκά συστήματα εντός του τουρκικού εναέριου χώρου δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό μήνυμα. Ο πόλεμος ακουμπά πλέον ευθέως το ΝΑΤΟ. Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: ποιος είναι ο πραγματικός στόχος; Η επίσημη Δύση μιλά για αποτροπή και ασφάλεια. Η πραγματικότητα όμως δείχνει κάτι ευρύτερο. Όταν οι επιθέσεις επεκτείνονται σε βάθος, χρόνο και γεωγραφία, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα αν ο στόχος είναι μόνο η στρατιωτική φθορά ή και η εσωτερική αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος. Εκεί ακριβώς εισέρχεται και ο κουρδικός παράγοντας.
Ας είμαστε προσεκτικοί. Δεν υπάρχουν σήμερα στέρεα δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν συμφωνημένο σχέδιο διαμελισμού του Ιράν με «δώρο» στους Κούρδους. Αυτά είναι περισσότερο σενάρια, διαρροές και ψυχολογικές επιχειρήσεις παρά αποδείξεις. Υπάρχει όμως κάτι άλλο, πολύ πιο ρεαλιστικό και πολύ πιο επικίνδυνο: η αξιοποίηση των εθνοτικών και πολιτικών ρηγμάτων του Ιράν ως εργαλείου πίεσης. Δηλαδή, όχι απαραίτητα ένας έτοιμος χάρτης διαμελισμού, αλλά μια μέθοδος αποδυνάμωσης του κράτους εκ των έσω.
Οι Κούρδοι, υπό αυτό το πρίσμα, δεν αντιμετωπίζονται ως λαός που κάποιοι θέλουν να δικαιώσουν ιστορικά, αλλά ως δυνητικός επιχειρησιακός μοχλός. Αυτό είναι το σκληρό δεδομένο της περιοχής. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν μοιράζουν δικαιοσύνη. Μοιράζουν ρόλους. Και συνήθως εγκαταλείπουν εκείνους που χρησιμοποίησαν μόλις τελειώσει η αποστολή τους. Το έχουμε ξαναδεί. Πάρα πολλές φορές.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, παίζει το γνωστό διπλό παιχνίδι. Καταγγέλλει την επίθεση στο Ιράν για να μη χάσει το ισλαμικό ακροατήριο, αλλά ταυτόχρονα συμπεριφέρεται ως νατοϊκό κράτος που δεν μπορεί να ανεχθεί βαλλιστική απειλή στον εναέριο χώρο του. Δεν πρόκειται για αντίφαση. Πρόκειται για τουρκικό ρεαλισμό. Η Άγκυρα φοβάται ταυτόχρονα την αποσταθεροποίηση των συνόρων, την αναζωπύρωση του κουρδικού και την απώλεια του ρόλου της ως περιφερειακού ρυθμιστή. Γι’ αυτό μιλά αμφίσημα. Γι’ αυτό πατά σε δύο βάρκες. Γι’ αυτό επιχειρεί να μείνει μέσα σε όλα τα σενάρια.
Μέσα σε αυτή τη δίνη, η Ευρώπη παραμένει θεατής. Επηρεάζεται άμεσα από το ενεργειακό κόστος, από τους ναυτιλιακούς κινδύνους, από την απειλή νέου πληθωριστικού κύκλου, αλλά δεν διαθέτει ούτε βούληση ούτε ενιαία στρατηγική. Και η Ελλάδα; Η Ελλάδα εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μπορεί να μείνει έξω από την εξίσωση, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται πάνω στις γραμμές υποστήριξης, στις υποδομές και στους κόμβους που κάθε μεγάλη κρίση μετατρέπει αυτομάτως σε γεωπολιτικό βάρος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ελληνική ευθύνη. Η χώρα δεν μπορεί να λειτουργεί ως δεδομένο οικόπεδο διευκολύνσεων χωρίς σαφές εθνικό αντάλλαγμα. Δεν μπορεί να παρακολουθεί αδρανής μια σύγκρουση που απειλεί να τινάξει στον αέρα την Ανατολική Μεσόγειο, να πλήξει την οικονομία της και να αναβαθμίσει εκβιαστικά τον ρόλο της Τουρκίας. Οφείλει να ζητά ανταλλάγματα, να προστατεύει τα συμφέροντά της και να διαβάζει τις εξελίξεις όχι με όρους υποτακτικής συμμαχικής ευκολίας, αλλά με όρους εθνικής στρατηγικής.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Ο διαμελισμός του Ιράν δεν αποδεικνύεται σήμερα ως έτοιμο και συμφωνημένο σχέδιο. Η εργαλειοποίηση όμως των εσωτερικών του ρηγμάτων είναι ήδη μπροστά μας. Και αυτό αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι ο πόλεμος αυτός δεν αφορά μόνο την Τεχεράνη, το Τελ Αβίβ ή την Ουάσιγκτον. Αφορά ολόκληρη την περιοχή. Αφορά την Ευρώπη. Αφορά και εμάς.
Γιατί οι πόλεμοι αυτού του τύπου δεν μένουν ποτέ εκεί όπου ξεκινούν. Απλώνονται. Παρασύρουν. Και στο τέλος λογαριασμό πληρώνουν και όσοι νόμιζαν ότι απλώς παρακολουθούν από απόσταση.
Πιο Δημοφιλή
Θέατρο σκιών στη Βουλή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Τέμπη: Το αόρατο τείχος της εξουσίας και η σιωπηλή προστασία της κορυφής