Η σκοτεινή κληρονομιά Βενιζέλου – Κεμάλ που αποσιώπησε ο Μητσοτάκης
Το 1922 σφραγίστηκε η βαθύτερη ιστορική τομή του Ελληνισμού. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν σήμανε απλώς την απώλεια εδαφών. Σήμανε τον ακρωτηριασμό της ίδιας της ιστορικής συνέχειας του έθνους. Η Μικρά Ασία, κοιτίδα ελληνικού πολιτισμού επί αιώνες, πυλώνας οικονομικής ισχύος, πνευματικής δημιουργίας και συλλογικής ταυτότητας, αφαιρέθηκε βίαια από τον ιστορικό κορμό. Από εκείνη τη στιγμή ο Ελληνισμός περιορίστηκε γεωγραφικά, πολιτισμικά και στρατηγικά, με τις συνέπειες αυτής της απώλειας να διαπερνούν έως σήμερα την εθνική μνήμη και τη συλλογική συνείδηση.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, υπεύθυνος για τη φυσική και οικονομική εξόντωση του μικρασιατικού Ελληνισμού, λειτούργησε εντός ενός διεθνούς πλαισίου στήριξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Ιταλία και πρωτίστως η Μεγάλη Βρετανία παρείχαν πολιτική και στρατηγική κάλυψη στο κεμαλικό εγχείρημα. Μια Ελλάδα με παρουσία στη Μικρά Ασία θα μετατρεπόταν σε περιφερειακή δύναμη με γεωπολιτικό βάθος, εξέλιξη ανεπιθύμητη για τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Αντιθέτως, η διατήρηση μιας ισχυρής Τουρκίας εξυπηρετούσε τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας ως γέφυρα προς τον μουσουλμανικό κόσμο, ρόλος που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.
Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διπλή ιστορική αδικία. Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 ξερίζωσε περίπου ενάμισι εκατομμύριο ανθρώπους από τις πατρογονικές τους εστίες, διαλύοντας κοινωνίες, οικονομίες και πολιτισμούς αιώνων. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1930, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, σε καθεστώς ασφυκτικών διεθνών πιέσεων, αποδέχθηκε μια συμφωνία που ισοδυναμούσε με την οριστική απώλεια των μικρασιατικών περιουσιών υπέρ του κεμαλικού κράτους, παρά τις ρητές προβλέψεις για πλήρη αποζημίωση.
Μέχρι τότε, ειδικές επιτροπές του υπουργείου Γεωργίας είχαν καταγράψει αναλυτικά τις περιουσίες των προσφύγων. Το έργο τους συνεχίστηκε επί σειρά ετών, με σαφή στόχο τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων. Η τουρκική πλευρά, έχοντας την πλήρη ανοχή των δυτικών δυνάμεων, παρεμπόδιζε συστηματικά κάθε διαδικασία αποτίμησης, γνωρίζοντας ότι η καταβολή των οφειλών θα οδηγούσε σε οικονομική κατάρρευση του νεοσύστατου κράτους και σε αμφισβήτηση της ίδιας του της βιωσιμότητας.
Η ελληνοτουρκική συμφωνία του 1930 συνιστά μοναδικό προηγούμενο θεσμοθετημένης διεθνούς αρπαγής. Με τη σιωπηρή συναίνεση της Κοινωνίας των Εθνών και την ενεργό στήριξη κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας, ο Κεμάλ απαλλάχθηκε από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης. Οι δυτικές δυνάμεις ενίσχυσαν οικονομικά την Τουρκία χωρίς να θίξουν τα δικά τους συμφέροντα, ενώ οι πρόσφυγες έχασαν οριστικά τις περιουσίες και τις ζωές που είχαν οικοδομήσει επί γενεές στη Μικρά Ασία.
Η σύγχρονη οικονομική ισχύς και η στρατιωτική βιομηχανία της Τουρκίας στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την ιστορική λεηλασία. Η εκμετάλλευση των μικρασιατικών περιουσιών αποτέλεσε θεμέλιο συσσώρευσης κεφαλαίου για το τουρκικό κράτος. Η πλήρης ικανοποίηση των προσφυγικών αξιώσεων θα είχε οδηγήσει την Τουρκία σε συνθήκες γενικευμένης αποσύνθεσης, συγκρίσιμες με αποτυχημένα κράτη της σύγχρονης εποχής.
Η παρακαταθήκη Βενιζέλου – Κεμάλ παραμένει ενεργή ως ιστορικό βάρος και πολιτική εκκρεμότητα. Η επικαιρότητά της αποτυπώνεται αρνητικά, ως υπενθύμιση μιας εθνικής ήττας με διεθνή υπογραφή, και όχι ως πρότυπο συμφιλίωσης. Αυτήν ακριβώς τη διάσταση απέφυγε να αγγίξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την Άγκυρα, προτιμώντας τη σιωπή απέναντι σε μια από τις βαθύτερες αδικίες του ελληνικού 20ού αιώνα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Σφοδρή κόντρα Δένδια με το Μαξίμου για ελληνοτουρκικά και ταξίδι στην Ινδία