21 Φεβρουαρίου 2026

Η Χίος μετατρέπεται σε πεδίο μάχης για την παγκόσμια τεχνολογική και ενεργειακή ισχύ

Κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο της Βολισσού, σε μια άκρη της βόρειας Χίου όπου η θάλασσα συναντά απότομα βράχια και ξερολιθιές, ο Σωτήρης Θεοδώρου μιλά για «δύο ιστορίες» που τέμνονται πάνω από το νησί. Καθισμένος έξω από το παραθαλάσσιο μπαρ του, σε μια περιοχή προσβάσιμη μόνο με βάρκα ή από έναν στενό, δύσβατο ορεινό δρόμο, περιγράφει πώς βρέθηκε στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που ξεπερνά τα όρια της τοπικής κοινωνίας και αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής γεωοικονομίας.

«Υπάρχουν δύο ιστορίες εδώ», λέει, με το βλέμμα στραμμένο προς τους λόφους που καψαλίστηκαν το περασμένο καλοκαίρι. «Η μία αφορά την ανάγκη της Ευρώπης να παράγει αντιμόνιο και άλλες πρώτες ύλες, επειδή η Κίνα τις έχει περιορίσει. Η άλλη αφορά τη φωτιά που κατέστρεψε τον τόπο μας και το τι σημαίνει αυτό για το μέλλον του νησιού».

εικόνα-5987915

Η πρώτη ιστορία είναι βαθιά γεωπολιτική. Το αντιμόνιο, ένα μεταλλοειδές με κρίσιμες εφαρμογές στην αμυντική βιομηχανία, στην τεχνητή νοημοσύνη και στις τεχνολογίες «πράσινης» μετάβασης, έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό υλικό υψηλής ζήτησης. Για δεκαετίες η Κίνα ήλεγχε σχεδόν το 90% της παγκόσμιας παραγωγής και επεξεργασίας, διαμορφώνοντας ένα καθεστώς εξάρτησης για τη Δύση. Οι πρόσφατοι περιορισμοί στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, στο πλαίσιο της κλιμακούμενης γεωοικονομικής αντιπαράθεσης, λειτούργησαν ως καμπανάκι για τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές αρχές.

Η Ευρώπη επιδιώκει επιτάχυνση της εγχώριας παραγωγής κρίσιμων ορυκτών, καθώς οι ανάγκες προβλέπεται να αυξηθούν δραστικά έως το 2030 και ακόμη περισσότερο έως το 2050, σύμφωνα με εκτιμήσεις του International Energy Agency. Το αντιμόνιο χρησιμοποιείται σε σφαίρες διατρητικές θωράκισης, σε αισθητήρες υπερύθρων, σε οπτικά συστήματα ακριβείας, σε μπαταρίες, ημιαγωγούς και φωτοβολταϊκά πάνελ. Στην εποχή της ψηφιακής και ενεργειακής μετάβασης, η διαθεσιμότητά του αποκτά χαρακτήρα εθνικής ασφάλειας.

Στην Ελλάδα, τα αποθέματα αντιμονίου θεωρούνται σημαντικά και σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα. Η Βόρεια Χίος συγκαταλέγεται στις περιοχές με γνωστά κοιτάσματα, καθώς στην περιοχή της Κεράμου λειτούργησαν μεταλλεία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με σύντομη αναβίωση στα μέσα του 20ού αιώνα, στο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων της μεταπολεμικής περιόδου.

Η δεύτερη ιστορία αφορά τη μεγάλη πυρκαγιά που έπληξε τη Βόρεια Χίο το καλοκαίρι, καίγοντας περίπου 30.000 στρέμματα γης. Βουνοκορφές, χωριά και εκτεταμένες πεζούλες με ελαιώνες μετατράπηκαν σε μαύρο τοπίο. Σημαντικό μέρος της καμένης έκτασης συμπίπτει με την προτεινόμενη ζώνη εξόρυξης αντιμονίου, αλλά και με περιοχή ενταγμένη στο δίκτυο Natura 2000 από το 1996, υπό την προστασία της European Commission και της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Λίγους μήνες πριν από τη φωτιά, μια απρόσμενη συμμαχία κατοίκων από απομονωμένα χωριά είχε καταφέρει να οδηγήσει σε προσωρινή αναστολή της διαδικασίας για την εξόρυξη. «Η κυβέρνηση πίστευε ότι είχαν τελειώσει, ότι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν, και τότε αρχίσαμε να μιλάμε», λέει ο Θεοδώρου. Χιλιάδες πολίτες, μαζί με επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς φορείς του νησιού, υπέγραψαν αίτημα κατά του έργου.

«Τώρα φοβάμαι ότι με τη ζημιά από τη φωτιά και με μια δημοτική ανταπόκριση που, κατά τη γνώμη μου, ήταν ανεπαρκής, θα είναι πιο εύκολο να ξεπεραστεί η αντίσταση της τοπικής κοινωνίας όταν το σχέδιο επανέλθει», προσθέτει. «Τα αεροπλάνα δεν ήρθαν όταν έπρεπε, οι πυροσβέστες δεν έκαναν ό,τι μπορούσαν. Ο κόσμος νιώθει εκτεθειμένος».

Η συζήτηση για τα κρίσιμα ορυκτά διεξάγεται σε ένα περιβάλλον έντονων πιέσεων. Το European Court of Auditors έχει επισημάνει ότι, παρά τις στρατηγικές εξαγγελίες, η διαφοροποίηση των προμηθειών παραμένει περιορισμένη σε αποτελέσματα. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, έλλειψη προηγμένης τεχνολογίας επεξεργασίας και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις. Η αδειοδοτική διαδικασία χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, ενώ οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές αντιδράσεις συχνά επιβραδύνουν ή αναστέλλουν έργα.

Στη Χίο, η αντιπαράθεση αγγίζει τον πυρήνα της ταυτότητας του νησιού. Η οικονομία στηρίζεται στη ναυτιλία, στον τουρισμό και στη μοναδική παραγωγή μαστίχας, μιας ρητίνης που συλλέγεται αποκλειστικά εκεί και έχει ιστορία χιλιάδων ετών. Ο Κώστας Μούνδρος, πρόεδρος του Οργανισμού Τουρισμού Χίου, περιγράφει την εξορυκτική προοπτική ως «μια μεγάλη μετατόπιση». «Το κράτος ουσιαστικά έθεσε τους πολίτες μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα που μπορεί να αλλάξει το κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό τοπίο του νησιού», αναφέρει. «Αυτό έγινε χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, χωρίς ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, χωρίς διαφανή αποτίμηση κινδύνων και οφελών».

Η ιστορική μνήμη ενισχύει την ανησυχία. Στην Κέραμο, ερείπια μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και παλαιοί οικισμοί μαρτυρούν την εξορυκτική δραστηριότητα άλλων εποχών. Σε μικρό κοιμητήριο κοντά σε εκκλησία, πλάκα μνημονεύει 24 μεταλλωρύχους που έχασαν τη ζωή τους από ατυχήματα ή ασθένειες σχετιζόμενες με την εργασία. Μελέτες έχουν καταγράψει ότι η έκθεση σε αντιμόνιο και συναφή βαρέα μέταλλα, όπως μόλυβδο και αρσενικό, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, από πνευμονοπάθειες και καρδιαγγειακές διαταραχές έως καρκινογενέσεις.

«Όταν εξόρυσσαν αντιμόνιο παλιά, πολλοί άνθρωποι πέθαναν», λέει ο Νίκος Μιχαλάκης, κάτοικος της Βολισσού. «Η αλήθεια είναι ότι το αντιμόνιο δεν είναι καλό για εμάς. Αν λειτουργήσουν ξανά τα μεταλλεία, θα έχουμε όλοι πρόβλημα υγείας. Θα πεθάνουν όλα». Οι φόβοι αυτοί συνδέονται με την πιθανότητα ρύπανσης υπόγειων υδάτων, βιοσυσσώρευσης βαρέων μετάλλων στις καλλιέργειες και μακροχρόνιων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Ο Θεοδώρου υποστηρίζει ότι, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, «το αντιμόνιο είναι από τα πιο τοξικά βαρέα μέταλλα. Είναι καρκίνος. Δεν θα μείνει φύση, δεν θα μείνουν ζώα, δεν θα μείνουν άνθρωποι». Υπενθυμίζει ότι ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες η παραγωγή είχε μειωθεί δραστικά μετά την αυστηροποίηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας τη δεκαετία του 1970, αν και πρόσφατα παρατηρείται επανενεργοποίηση ορισμένων έργων υπό αυστηρούς όρους.

Η σύγκρουση στη Χίο εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή δυναμική, όπου η επιδίωξη ενεργειακής και τεχνολογικής αυτονομίας συναντά την περιβαλλοντική προστασία και τις τοπικές κοινωνίες. Η Κομισιόν έχει διευκρινίσει ότι έργα σε περιοχές Natura 2000 μπορούν να εγκριθούν εφόσον πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις και θεωρούνται ότι εξυπηρετούν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Η έννοια αυτή βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης.

Στο δημαρχείο της Χίου, η προσωρινή αναστολή του έργου αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως μεταβατική φάση. «Είναι προσωρινό. Θα ξεκινήσει ξανά», αναφέρει υπηρεσιακός παράγοντας. Η αίσθηση ότι το ζήτημα δεν έχει λήξει ενισχύει την κινητοποίηση των κατοίκων.

«Η κοινότητά μας είναι ενωμένη και αποφασισμένη να προστατεύσει αυτό το μικρό νησί από ένα έργο που πιστεύουμε ότι μπορεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική και υγειονομική ζημιά», δηλώνει ο Θεοδώρου. «Χρειαζόμαστε βοήθεια, αλλά δεν τη θέλουμε από την κυβέρνηση». Με μια κίνηση του χεριού δείχνει τις πεζούλες, τα πέτρινα σπίτια και τις παραλίες γύρω από τη Βολισσό. «Θέλουν να το κάνουν χωριό-φάντασμα».

εικόνα-5987901

Η υπόθεση της Χίου προοιωνίζεται τις συγκρούσεις που αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα χρόνια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Καθώς η ήπειρος επιδιώκει απεξάρτηση από κινεζικές πρώτες ύλες και επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, ξεχασμένες γωνιές του χάρτη ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο γεωπολιτικών και περιβαλλοντικών εντάσεων. Στη Χίο, οι δύο ιστορίες που περιγράφει ο Θεοδώρου έχουν ήδη διασταυρωθεί, μετατρέποντας ένα απομονωμένο νησί σε πεδίο δοκιμής για το πώς θα ισορροπήσουν η εθνική στρατηγική, η οικονομική ασφάλεια και η προστασία της φύσης.