27 Φεβρουαρίου 2026

ΗΠΑ – Ιράν: Αδιέξοδο στη Γενεύη και κλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης

Ο τελευταίος κύκλος επαφών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στη Γενεύη ολοκληρώθηκε χωρίς κοινό ανακοινωθέν και χωρίς ουσιαστική σύγκλιση. Οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης κατέληξαν σε αδιέξοδο, με τις διαφορές να παραμένουν σε κρίσιμα ζητήματα.

Αμερικανοί αξιωματούχοι, υπό καθεστώς ανωνυμίας, ανέφεραν ότι οι απεσταλμένοι της Ουάσινγκτον, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, έθεσαν ως βασική προϋπόθεση την καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Φορντό, στη Νατάνζ και στο Ισφαχάν, καθώς και την παράδοση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, μια ενδεχόμενη συμφωνία θα πρέπει να έχει μόνιμο χαρακτήρα και να μην περιλαμβάνει χρονικούς περιορισμούς. Η συζήτηση για τις «ρήτρες λήξης» επαναφέρει στο προσκήνιο το Joint Comprehensive Plan of Action της περιόδου Ομπάμα, από το οποίο οι ΗΠΑ αποχώρησαν κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, επαναφέροντας κυρώσεις σε βάρος της Τεχεράνης.

Η ιρανική πλευρά απέρριψε την πρόταση μεταφοράς των αποθεμάτων ουρανίου εκτός χώρας. Κρατικά μέσα ενημέρωσης και πηγές με γνώση των συνομιλιών μεταδίδουν ότι η Τεχεράνη διατηρεί τη θέση της υπέρ της συνέχισης του εμπλουτισμού και απορρίπτει τη διάλυση των βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων ή την επιβολή μόνιμων περιορισμών.

Παρά τη διαφωνία, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν και ο Ιρανός ομόλογός του Abbas Araghchi έκαναν λόγο για πρόοδο σε επιμέρους πεδία και προανήγγειλαν συνέχιση των επαφών. Οι τεχνικές διαβουλεύσεις προγραμματίζονται να συνεχιστούν στη Βιέννη την επόμενη εβδομάδα.

Η αμερικανική στάση σκλήρυνε τις τελευταίες ημέρες, μετά και την ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στο Κογκρέσο, όπου επανέλαβε ότι το Ιράν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου και την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων μεγάλης εμβέλειας. Έχει διαμηνυθεί ότι σε περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα, ενώ συνεχίζεται η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.

Η Τεχεράνη επιμένει ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί κυριαρχικό της δικαίωμα. Στο τραπέζι έχουν τεθεί ιδέες για μείωση του επιπέδου εμπλουτισμού, για προσωρινή αναστολή ή για δημιουργία κοινοπρακτικού σχήματος εντός ιρανικού εδάφους. Οι προτάσεις αυτές παραμένουν σε επίπεδο διερεύνησης, ιδίως μετά τις εξελίξεις του περασμένου Ιουνίου και τις επιπτώσεις στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.

Η Ουάσινγκτον θέτει ως στόχο τον μηδενικό εμπλουτισμό. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας ερευνητικού αντιδραστήρα στην Τεχεράνη για περιορισμένο εμπλουτισμό με ιατρικό σκοπό, επιλογή που προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες εκφράζουν επιφυλάξεις για συμφωνία που θα επιτρέπει έστω και περιορισμένο εμπλουτισμό, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να επαναφέρει στοιχεία του πλαισίου του 2015. Ο γερουσιαστής Lindsey Graham δήλωσε ότι ενδεχόμενη αποδοχή τέτοιου όρου θα πρέπει να οδηγήσει σε εγκατάλειψη της συμφωνίας.

Κρίσιμο παραμένει και το ζήτημα των κυρώσεων. Οι ΗΠΑ εμφανίζονται διατεθειμένες να εξετάσουν σταδιακή και περιορισμένη ελάφρυνση, ενώ η ιρανική πλευρά ζητά ουσιαστική άρση των περιορισμών για την ενίσχυση της οικονομίας της. Η αμερικανική θέση συνδέει οποιαδήποτε περαιτέρω χαλάρωση με παρατεταμένη περίοδο συμμόρφωσης.

Οι συνομιλίες στη Γενεύη επικεντρώθηκαν κυρίως στην αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν. Ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio ανέφερε ότι δεν προβαίνει σε εκτιμήσεις για το πόσο κοντά βρίσκεται η Τεχεράνη σε τέτοιο ενδεχόμενο, επισημαίνοντας τη σημασία των ζητημάτων που σχετίζονται με τους βαλλιστικούς πυραύλους.

Παρά το αδιέξοδο, οι δύο πλευρές διατηρούν ανοιχτό το κανάλι επικοινωνίας, με τη διπλωματική διαδικασία να συνεχίζεται σε τεχνικό επίπεδο και την πίεση από την Ουάσινγκτον να εντείνεται σε διπλωματικό και στρατιωτικό πεδίο.