Μπορεί κανείς να έχει την όποια άποψη επιθυμεί για το πακέτο νόμων που προωθεί ο Donald Trump – πακέτο με το οποίο διαφώνησε και ο Elon Musk, ιδίως εξαιτίας των επιπτώσεών του στην ήδη προβληματική αναδιανομή εισοδημάτων στις ΗΠΑ, που προβλέπεται να επιδεινωθεί ραγδαία. Ωστόσο, οι συνέπειες του πακέτου ως προς το δημόσιο χρέος δεν φαίνεται να μπορούν να αποφευχθούν ούτε με την εφαρμογή του ούτε με την απόρριψή του. Το θεμελιώδες πρόβλημα βρίσκεται αλλού – και είναι διαρθρωτικό.
Συγκεκριμένα, ένας απλός αλλά ακριβής υπολογισμός αποδεικνύει ότι, ακόμη και χωρίς τις εξαγγελλόμενες «υπερβολές χρέους» του Trump, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις ΗΠΑ θα ξεπεράσει το 200% πολύ πριν από το 2040. Πώς; Οι λόγοι είναι κυρίως τρεις:
Πρώτον, η καθαρή αποταμίευση των αμερικανικών νοικοκυριών κυμαίνεται στο 4% περίπου του ΑΕΠ – ενώ οι επιχειρήσεις, μολονότι έχουν μεταβλητό αποταμιευτικό προφίλ, κατά μέσο όρο προσθέτουν άλλο 1% του ΑΕΠ σε θετική αποταμίευση. Αυτό το σωρευτικό 5% αντιστοιχεί σε ζήτηση που εκλείπει από την οικονομία – άρα απαιτείται κάποιος να καλύψει το κενό.
Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, το οποίο εμφανίζει έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι ξένες χώρες αποταμιεύουν εις βάρος των ΗΠΑ – μεταφέροντας ακόμη περισσότερη ζήτηση εκτός αμερικανικής οικονομίας.
Συνυπολογίζοντας και τα δύο, το συνολικό κενό ζήτησης ανέρχεται σε περίπου 8% του ΑΕΠ ή πάνω από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το διαρθρωτικό έλλειμμα – με δεδομένο ότι καμία βιώσιμη οικονομία δεν μπορεί να αντέξει επί μακρόν τέτοιο χάσμα χωρίς να βρεθεί σε ύφεση.
Αν θεωρήσουμε ότι πρωταρχική προτεραιότητα κάθε αμερικανού προέδρου είναι η αποτροπή της ύφεσης και της συνακόλουθης αύξησης της ανεργίας, τότε το κράτος είναι υποχρεωμένο να καλύψει αυτό το κενό. Με απλά λόγια, το δημόσιο οφείλει να διατηρεί ετήσιο έλλειμμα της τάξης του 8% του ΑΕΠ – απλώς και μόνο για να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της αποταμίευσης και του εξωτερικού ελλείμματος. Και αυτό, χωρίς να διασφαλίζεται καν ότι θα υπάρξει ανάπτυξη – απλώς ότι δεν θα εκδηλωθεί ύφεση.
Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται η στρατηγική Trump να επιβάλει δασμούς με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αν το πετύχει, το έλλειμμα του ισοζυγίου (3%) δεν θα προστεθεί στο 5% της αποταμίευσης – και το συνολικό κενό ζήτησης θα περιοριστεί στο 5% του ΑΕΠ. Κατ’ επέκταση, το απαιτούμενο δημόσιο έλλειμμα για τη διατήρηση της οικονομίας σε τροχιά σταθερότητας μειώνεται.
Εξετάζοντας τις μακροοικονομικές επιπτώσεις, εάν το κρατικό έλλειμμα διατηρηθεί στο 8% και η ανάπτυξη φτάνει (πλασματικά ή πραγματικά) το 2,5%, τότε το δημόσιο χρέος θα ξεπεράσει το 250% του ΑΕΠ πριν από το 2040. Αν η ανάπτυξη περιοριστεί στο 1,5%, το χρέος μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει το 300%. Αντιθέτως, σε περίπτωση ισοσκελισμένου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και μειωμένου ελλείμματος στο 5%, το χρέος θα διαμορφωθεί γύρω στο 170% το 2040 και στο 250% έως το 2055.
Αλλά σημαίνουν όλα αυτά ότι η οικονομία των ΗΠΑ οδεύει προς κατάρρευση, όπως φοβούνται ορισμένοι, μεταξύ των οποίων και ο Musk; Η απάντηση, αν κρίνουμε από την αντίδραση των αγορών, είναι αρνητική. Τα επιτόκια των δεκαετών ομολόγων παραμένουν σε μικρή απόσταση από τα βραχυπρόθεσμα – γεγονός που υποδηλώνει την απουσία έντονου φόβου για μελλοντική αθέτηση χρέους. Στην περίπτωση ενός επικείμενου κραχ, το φυσιολογικό θα ήταν να έχουμε πολύ υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια.
Η υψηλότερη στάθμη επιτοκίων στις ΗΠΑ έναντι της ΕΕ δεν αντανακλά κίνδυνο χρεοκοπίας, αλλά τη διαφορά στις νομισματικές πολιτικές: η Fed επιλέγει να κρατά τα επιτόκια ψηλά λόγω ισχυρής ανάπτυξης και πλήρους απασχόλησης, σε αντίθεση με την ΕΚΤ, η οποία λειτουργεί σε περιβάλλον υποτονικής ζήτησης.
Το δομικό όμως πρόβλημα που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια είναι η μεταστροφή των εταιρειών σε καθαρούς αποταμιευτές. Η αποταμίευση δεν προέρχεται πλέον μόνο από τα νοικοκυριά, αλλά και από τις επιχειρήσεις – εξαιτίας της συγκέντρωσης κεφαλαίου στους ολιγοπωλιακούς γίγαντες της αγοράς. Οι εταιρικοί κολοσσοί αποκομίζουν τέτοια κέρδη, ώστε δεν χρειάζεται να δανείζονται για να επενδύσουν. Γίνονται έτσι αυτοτροφοδοτούμενες οντότητες που στερούν ρευστότητα από την αγορά.
Αν δεν υπάρξει παρέμβαση –όχι με μείωση εταιρικών φόρων, όπως κάνει ο Trump, αλλά μάλλον με ανακατανομή και ενίσχυση της επανεπένδυσης μέσω κινήτρων– η αγορά θα μετατραπεί σταδιακά σε προσοδοφόρο προσομοίωση ελεύθερης οικονομίας. Με το κράτος να αναλαμβάνει το ρόλο του κύριου πυλώνα στήριξης της ανάπτυξης, θα απαιτείται ολοένα μεγαλύτερη δημοσιονομική παρέμβαση – με την αντοχή των αγορών στο ύψος του δημόσιου χρέους να αποτελεί τον μοναδικό περιορισμό. Ο φιλελευθερισμός σταδιακά θα μετατραπεί σε παρελθόν και οι χρεοκοπίες θα γίνουν αναμενόμενο φαινόμενο.
Η διαδεδομένη άποψη πως η ανάπτυξη μπορεί να απορροφήσει τη δυναμική αύξησης του δημόσιου χρέους είναι απλουστευτική: για να συμβεί αυτό, ο ρυθμός ανάπτυξης θα πρέπει να ξεπερνά το συνολικό κενό ζήτησης – δηλαδή τις θετικές αποταμιεύσεις και το τρέχον έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αυτό είναι δυνατό – κυρίως για χώρες με σταθερό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που εξάγουν ζήτηση από τους εμπορικούς τους εταίρους.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Γερμανία την περίοδο Σόιμπλε, όταν εκμεταλλεύτηκε την κρίση χρέους του 2010 και επέβαλε εμμέσως πολιτικές λιτότητας στην περιφέρεια της Ευρώπης – επιτυγχάνοντας πλεονάσματα έως και 8% του ΑΕΠ. Παρόμοια παραδείγματα σήμερα είναι η Ολλανδία, η Δανία, ακόμη και η Νορβηγία, με εξωτερικά πλεονάσματα άνω του 9%, 12% και 16% του ΑΕΠ αντίστοιχα.
Όμως, η αντίδραση πολλών χωρών απέναντι στην πολιτική δασμών του Trump δείχνει πως δεν είναι πλέον διατεθειμένες να παίζουν το ρόλο του «θύματος» –όπως οι ΗΠΑ ή χώρες του ευρωπαϊκού Νότου στο παρελθόν– με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα. Το ελληνικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έφτασε το 6,4% το 2024 και συνεχίζει ανοδικά το 2025, χωρίς σοβαρή προοπτική αναστροφής της τάσης.
Στο ελληνικό πλαίσιο, το χάσμα ζήτησης καλύφθηκε πρόσκαιρα με τα 50,5 δισ. ευρώ των κρατικών δαπανών κατά την πανδημία, με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών (που αναγκάζονται να πουλούν περιουσιακά στοιχεία για να καταναλώσουν) και με την αύξηση των εταιρικών χρεών. Προς το παρόν, το Ταμείο Ανάκαμψης παρέχει μία προσωρινή ανάσα – αλλά το τέλος αυτής της χρηματοδότησης είναι προ των πυλών.
Η ουσία είναι πως για να μειωθεί το δημόσιο χρέος, ο ρυθμός ανάπτυξης πρέπει να υπερβαίνει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, μειωμένο κατά τις αρνητικές αποταμιεύσεις και τα καθαρά εταιρικά χρέη. Όμως, αυτό γίνεται όλο και πιο απίθανο όσο ενισχύεται το εμπορικό έλλειμμα και τα επενδυτικά κεφάλαια διοχετεύονται σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας ή σε παραπλανητικά project, όπως οι ΑΠΕ ή η οικοδομή – τομείς στους οποίους οι τράπεζες είναι ήδη υπερεκτεθειμένες.
Καθώς τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης εξαντλούνται και η αύξηση του χρέους συνεχίζεται, η αναπτυξιακή δυναμική έχει ημερομηνία λήξης – και η επόμενη κρίση βρίσκεται πλέον σε απόσταση αναπνοής.
Ο στρουθοκαμηλισμός της “ψήφου εμπιστοσύνης” στον τραπεζικό τομέα
Στην Ελλάδα, η πολιτική ορθότητα συχνά επιβάλλει μια ιδιότυπη δημόσια αφήγηση, η οποία άλλοτε προτιμά τον στρουθοκαμηλισμό και άλλοτε τον εξωραϊσμό – τις περισσότερες φορές, δε, τα συνδυάζει αρμονικά. Έτσι, κάθε φορά που πραγματοποιείται μια επενδυτική πράξη στον τραπεζικό κλάδο –και ιδίως αν η πράξη προέρχεται από το εξωτερικό– ενεργοποιείται ένα γνωστό ρητορικό μοτίβο. Όροι όπως «νέα εποχή», «στρατηγικός επενδυτής υψηλού κύρους», «ψήφος εμπιστοσύνης», «συναλλαγή πρότυπο» ή «καύσιμο για την αγορά» εμφανίζονται με τελετουργική κανονικότητα, πλαισιώνοντας δηλώσεις πολιτικών και οικονομικών παραγόντων που προβάλλουν τη συναλλαγή ως επιβράβευση της οικονομικής πολιτικής.
Η αφορμή για την αναζωπύρωση αυτής της αφήγησης ήταν η πρόσφατη εξαγορά επιπλέον ποσοστού της Alpha Bank από την ιταλική Unicredit. Συγκεκριμένα, η ιταλική τράπεζα εξαγόρασε το 9,73% των μετοχών που κατείχε το ολλανδικό επενδυτικό fund Reggeborgh έναντι 619 εκατ. ευρώ – ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό της στο 19,3%. Το πακέτο που πούλησε η Reggeborgh είχε αποκτηθεί έναντι 298 εκατ. ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι η επένδυση απέφερε καθαρό κέρδος 321 εκατ. ευρώ – χωρίς καμία ουσιαστική συμβολή στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, πέραν της προσδοκίας υπεραξιών.
Τα λεγόμενα family funds, στα οποία ανήκει η Reggeborgh, δεν είναι τίποτε άλλο από επενδυτικά σχήματα που λειτουργούν με γνώμονα την υψηλή απόδοση. Είναι φορείς συγκέντρωσης και διαχείρισης κεφαλαίων, με στρατηγική καθαρά ευκαιριακή – τοποθετούνται εκεί όπου διαβλέπουν πιθανότητα ταχείας υπεραξίας και αποχωρούν όταν ο στόχος επιτευχθεί. Δεν έχουν ούτε λειτουργικό ρόλο, ούτε μακροπρόθεσμο όραμα για την επιχείρηση στην οποία επενδύουν.
Το παράδοξο είναι ότι η ίδια ρητορική που συνοδεύει σήμερα την είσοδο της Unicredit, είχε χρησιμοποιηθεί πριν λίγα χρόνια και για την είσοδο της Reggeborgh. Και όχι μόνο. Αντίστοιχες αφηγήσεις είχαν υιοθετηθεί κατά κόρον στο παρελθόν με την είσοδο της γαλλικής Credit Agricole στην Εμπορική Τράπεζα (2000–2006) και της Societe Generale στη Γενική Τράπεζα (2004–2005). Και τότε οι επενδύσεις χαρακτηρίστηκαν «ψήφος εμπιστοσύνης» στην ελληνική οικονομία. Το τέλος αυτής της εμπιστοσύνης ήρθε με τον πιο άδοξο τρόπο: η μεν Societe Generale αποχώρησε το Δεκέμβριο του 2012, η δε Credit Agricole ακολούθησε στις αρχές του 2013, αφήνοντας πίσω τους τις πιο αποτυχημένες επενδυτικές περιπέτειες που έχει γνωρίσει ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος.
Το ίδιο χρονικό αποτύπωμα –περίπου μία δεκαετία– είχε και η επενδυτική παρουσία του αμερικανού μεγαλοεπενδυτή John Paulson στην Alpha Bank. Τον Μάρτιο του 2025 πώλησε το 5% που κατείχε έναντι 226,6 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας απώλειες 50 εκατ. ευρώ. Οι απώλειες αυτές όμως αντισταθμίστηκαν από τα κέρδη του στην Τράπεζα Πειραιώς, δείχνοντας ότι η συνολική του στρατηγική ήταν όχι η ενίσχυση του ελληνικού τραπεζικού τομέα, αλλά η βραχυπρόθεσμη κερδοφορία.
Οι αγοραπωλησίες μετοχικών πακέτων άνω του 10% σε συστημικές τράπεζες, αν και λογίζονται στις άμεσες ξένες επενδύσεις, δεν συνιστούν παραγωγικές τοποθετήσεις. Δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας, δεν μεταφέρουν τεχνογνωσία, δεν αναβαθμίζουν τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Αποτελούν καθαρά χρηματοοικονομικές κινήσεις – τοποθετήσεις στο χρηματιστήριο με στόχο την υπεραξία. Παρόλα αυτά, ντύνονται με φράσεις που παραπέμπουν σε επενδυτικό πατριωτισμό ή σε ευρωπαϊκή σύγκλιση.
Το σημερινό τραπεζικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για αυτού του τύπου την κερδοσκοπία. Οι τράπεζες έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με κρατικά κεφάλαια, έχουν απαλλαγεί από «κόκκινα» δάνεια μέσω προγραμμάτων εγγύησης τύπου «ΗΡΑΚΛΗΣ», έχουν μετασχηματιστεί λειτουργικά με την τακτική του hive down και έχουν επανέλθει σε τροχιά υψηλής κερδοφορίας. Παράλληλα, έχουν δεσμευθεί να διανέμουν στους μετόχους τους μέρισμα που μπορεί να φτάσει έως και το 70% των καθαρών κερδών. Το δε φορολογικό καθεστώς είναι ευνοϊκό: το μέρισμα φορολογείται μόλις με 5%, ποσοστό από τα χαμηλότερα στην ΕΕ – πολύ χαμηλότερο από το 26% της Ιταλίας, χώρας προέλευσης της Unicredit.
Η προοπτική δημιουργίας υπεραξιών από την αύξηση της τιμής των μετοχών, σε συνδυασμό με τα υψηλά μερίσματα και τις επιστροφές κεφαλαίων, διαμορφώνει ένα περιβάλλον τύπου Eldorado για τους διεθνείς επενδυτές – κυρίως όμως για τους βραχυπρόθεσμους παίκτες. Στην ουσία, πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο: οι αγορές επιβραβεύουν τις τράπεζες επειδή είναι κερδοφόρες, οι τράπεζες διανέμουν υψηλά μερίσματα για να προσελκύσουν επενδυτές, και οι επενδυτές επενδύουν επειδή προσδοκούν κέρδη – χωρίς καμία ουσιαστική σχέση με την εγχώρια οικονομία.
Ποιοι τελικά κερδίζουν; Εκτός από τους μετόχους, υπάρχει και η λεγόμενη «τεχνοδομή», κατά τη διατύπωση του J. K. Galbraith – δηλαδή η διοικητική ελίτ των τραπεζών και τα στελέχη που κινούνται γύρω της. Η τεχνοδομή απολαμβάνει παροχές κάθε είδους: υψηλούς μισθούς, δωρεάν μετοχές, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά προγράμματα, εταιρικά οχήματα και πιστωτικές κάρτες. Όσο οι μέτοχοι είναι ικανοποιημένοι από την απόδοση, σιωπούν – και οι ελίτ συνεχίζουν να πλουτίζουν αθόρυβα.
Κατά τα λοιπά, κανείς άλλος δεν κερδίζει. Η «ψήφος εμπιστοσύνης» είναι ένα λεκτικό κατασκεύασμα χωρίς οικονομικό αντίκρισμα. Οι πραγματικοί αποδέκτες του κόστους είναι οι απλοί πολίτες, που καλούνται να επωμιστούν τις μελλοντικές απώλειες εσόδων από τον αναβαλλόμενο φόρο, αλλά και την αύξηση του δημοσίου χρέους από την κατάπτωση των κρατικών εγγυήσεων τύπου «ΗΡΑΚΛΗΣ». Η οικονομία δεν επωφελείται από την κυκλοφορία μετοχικών πακέτων, ούτε από τα πανηγυρικά δελτία Τύπου – και η κοινωνία παραμένει θεατής ενός έργου όπου οι ρόλοι είναι προδιαγεγραμμένοι: το κέρδος ιδιωτικοποιείται, η ζημία κοινωνικοποιείται.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Τραγωδία στις Άλπεις: Νεκροί από έκρηξη σε μπαρ στο Κρανς Μοντάνα