Ισπανία: Πρόταση-βόμβα για κοινό ευρωπαϊκό χρέος 850 δισ. ευρώ

Μια πρόταση με έντονο πολιτικό και δημοσιονομικό φορτίο φέρνει η Ισπανία στο Eurogroup της Πέμπτης, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για το κοινό ευρωπαϊκό χρέος. Η Μαδρίτη εισηγείται τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού κοινής έκδοσης ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με δυνατότητα δανεισμού που θα μπορούσε να φτάνει έως και τα 850 δισ. ευρώ ετησίως.

Η πρόταση, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, περιλαμβάνεται σε έγγραφο που διανεμήθηκε στα κράτη-μέλη. Το θέμα είναι από τα πιο δύσκολα και ευαίσθητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης και επαναφέρει τη σύγκρουση ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Νότο και τον δημοσιονομικά αυστηρό Βορρά.

Η ιδέα της μόνιμης έκδοσης κοινού χρέους διχάζει εδώ και χρόνια τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρά επενδυτικά εργαλεία για να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές, ενεργειακές, αμυντικές και τεχνολογικές προκλήσεις. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία και η Ολλανδία αντιμετωπίζουν τέτοιες προτάσεις με βαθιά επιφυλακτικότητα, φοβούμενες ότι θα οδηγήσουν σε μονιμοποίηση της κοινής ανάληψης χρέους.

Η ισπανική κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πρόταση όχι ως μηχανισμό μεταφοράς βαρών, αλλά ως εργαλείο μείωσης του κόστους δανεισμού. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η αύξηση της έκδοσης ευρωπαϊκών ομολόγων θα μπορούσε να περιορίσει τις πληρωμές τόκων για τις συμμετέχουσες χώρες και να απελευθερώσει πόρους για επενδύσεις και εθνικές προτεραιότητες.

Η πρόταση της Μαδρίτης και το όφελος για τις υπερχρεωμένες χώρες

Η Ισπανία εκτιμά ότι το νέο σύστημα θα μπορούσε αρχικά να εξοικονομήσει έως και 5 δισ. ευρώ ετησίως στις χώρες που θα συμμετάσχουν, μέσω χαμηλότερων πληρωμών τόκων. Σε βάθος χρόνου, η εξοικονόμηση θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 25 δισ. ευρώ.

Η λογική της πρότασης είναι ότι οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το χαμηλότερο κόστος δανεισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αντί να προσφεύγουν αποκλειστικά στις αγορές με τα δικά τους εθνικά ομόλογα. Με αυτόν τον τρόπο, θα μειώνονταν οι τόκοι και θα δημιουργούνταν πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για επενδύσεις, ανάπτυξη και κοινωνικές ή παραγωγικές πολιτικές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέκτησε την πρώτη μεγάλη εμπειρία κοινής έκδοσης χρέους το 2021, όταν συμφωνήθηκε το πρόγραμμα ύψους έως 750 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Εκείνο το εργαλείο έγινε αποδεκτό ως έκτακτη και προσωρινή λύση, στοιχείο που επέτρεψε στη Γερμανία και στην Ολλανδία να συναινέσουν χωρίς να θεωρήσουν ότι ανοίγει μόνιμος δρόμος για ευρωομόλογα.

Η νέα ισπανική πρόταση αλλάζει την κλίμακα και τη φύση της συζήτησης. Δεν αφορά έναν έκτακτο μηχανισμό κρίσης, αλλά ένα μόνιμο πλαίσιο κοινής έκδοσης ομολόγων. Γι’ αυτό και αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο βόρειο μπλοκ, το οποίο διαχρονικά απορρίπτει κάθε μορφή δημοσιονομικής αμοιβαιοποίησης.

Το παράδοξο είναι ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει κορυφαία πιστοληπτική αξιολόγηση, το κόστος δανεισμού της παραμένει σχετικά υψηλότερο από αυτό χωρών όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι αγορές αντιμετωπίζουν τις ευρωπαϊκές εκδόσεις ως προσωρινό εργαλείο και όχι ως πλήρως ανεπτυγμένη αγορά κρατικού τύπου.

Η Ισπανία υποστηρίζει ότι αν οι εκδόσεις αυξηθούν σημαντικά και αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, η αγορά ευρωπαϊκών ομολόγων θα γίνει βαθύτερη και πιο ρευστή. Σε αυτή την περίπτωση, το ασφάλιστρο κινδύνου που ζητούν οι επενδυτές από την Επιτροπή θα μπορούσε να μειωθεί, φέρνοντας το κόστος χρηματοδότησης της ΕΕ κοντά στα επίπεδα της Γερμανίας ή ακόμη και χαμηλότερα.

Ο «εφιάλτης» του Βερολίνου και ο νέος μηχανισμός ESF

Για τη Γερμανία και την Ολλανδία, η πρόταση αγγίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά τους όρια. Με χαμηλότερο χρέος και ισχυρές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, οι δύο χώρες μπορούν να δανείζονται φθηνότερα με τα δικά τους εθνικά ομόλογα. Επομένως, δεν έχουν άμεσο οικονομικό κίνητρο να συμμετάσχουν σε έναν μηχανισμό που θα μπορούσε να αυξήσει το δικό τους κόστος ή να δημιουργήσει πολιτικές υποχρεώσεις έναντι χωρών με υψηλότερο χρέος.

Για να περιορίσει αυτές τις αντιστάσεις, η Ισπανία προτείνει τη δημιουργία ενός νέου χρηματοδοτικού σχήματος, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Κρατικών Ομολόγων, γνωστού ως ESF. Μέσω αυτού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να εκδίδει ομόλογα για λογαριασμό των κρατών-μελών και να διοχετεύει τα κεφάλαια με τη μορφή δανείων.

Το ισπανικό σχέδιο προβλέπει επίσης μηχανισμό αντιστάθμισης για τις χώρες που θα επιβαρύνονταν από ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος συμμετοχής. Με αυτόν τον τρόπο, η Μαδρίτη προσπαθεί να κάνει την πρόταση πολιτικά πιο αποδεκτή για το Βερολίνο και τη Χάγη, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη δική τους συμμετοχή το εγχείρημα δύσκολα θα αποκτήσει αξιοπιστία.

Η Ισπανία θέλει το νέο σύστημα να τεθεί σε εφαρμογή από το 2028, όταν θα ξεκινήσει ο επόμενος επταετής προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συμμετοχή θα περιορίζεται, σύμφωνα με την πρόταση, σε χώρες που τηρούν τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, ώστε να αποφευχθεί η εικόνα ενός μηχανισμού που επιβραβεύει τη δημοσιονομική χαλάρωση.

Αν συμμετάσχουν όλα τα κράτη-μέλη, μαζί με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης, το ESF θα μπορούσε να φτάσει σε ετήσια ισχύ έως και 850 δισ. ευρώ. Το μέγεθος αυτό θα δημιουργούσε μια τεράστια πανευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, με δυνατότητα να στηρίξει επενδύσεις, να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και να περιορίσει την εξάρτηση της Ευρώπης από εθνικά κατακερματισμένες χρηματοδοτικές δυνατότητες.

Παρά τον εθελοντικό χαρακτήρα της συμμετοχής, η πρόταση θεωρεί απαραίτητη την παρουσία των πέντε μεγαλύτερων εκδοτών της Ευρωζώνης: της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ολλανδίας. Χωρίς αυτούς, το σχέδιο δεν θα είχε την απαιτούμενη οικονομική βαρύτητα και την εμπιστοσύνη των αγορών.

Η ισπανική πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά κεφάλαια για άμυνα, ενέργεια, τεχνολογία, πράσινη μετάβαση και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Το ερώτημα είναι αν η Ευρωζώνη θα παραμείνει δεμένη στο παλιό σχήμα εθνικών δημοσιονομικών ορίων ή αν θα τολμήσει να δημιουργήσει ένα μόνιμο κοινό χρηματοδοτικό εργαλείο. Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο το κόστος δανεισμού, αλλά και το αν η Ευρώπη μπορεί να κινηθεί ως πραγματική οικονομική δύναμη ή ως άθροισμα κρατών που διαφωνούν κάθε φορά που απαιτείται κοινή ευθύνη.