Σύνοψη Άρθρου
- Η κυβέρνηση εξαπολύει αντεπίθεση σε εξωτερική και εσωτερική πολιτική, με επίκεντρο τα ελληνοτουρκικά και την εικόνα του πρωθυπουργού.
- Αποστέλλεται μήνυμα αποτροπής προς την Αγκυρα, απορρίπτοντας μονομερείς ενέργειες για τις θαλάσσιες ζώνες.
- Η κυβέρνηση απαντά στον Βενιζέλο για το τριψήφιο τηλέφωνο, προβάλλοντας τη διεθνή επιρροή Μητσοτάκη.
- Στο στόχαστρο μπαίνουν τα αντισυστημικά κόμματα και ο Τσίπρας, ενώ το ΠΑΣΟΚ κατηγορείται για λαϊκισμό.
Σε μια συντονισμένη και πολυεπίπεδη αντεπίθεση, τόσο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής όσο και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, έχει επιδοθεί η κυβέρνηση. Από το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρείται η οικοδόμηση ενός συνολικού αφηγήματος που εδράζεται στις έννοιες της σταθερότητας, της αποτελεσματικότητας και της διεθνούς ισχύος. Απέναντι σε αυτό, η αντιπολίτευση παρουσιάζεται ως κατακερματισμένη, προσωποπαγής και στερούμενη μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.
Το κυβερνητικό επιτελείο επέλεξε να ξεκινήσει την αντεπίθεσή του από το μέτωπο των ελληνοτουρκικών, αποστέλλοντας ένα σαφές μήνυμα αποτροπής προς την Αγκυρα. Αφορμή στάθηκαν τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για τουρκικό νομοσχέδιο που σχετίζεται με τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα». Παράλληλα, γίνεται πολιτική επένδυση στην εικόνα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος προβάλλεται ως ένας ηγέτης με ισχυρές διεθνείς επαφές και τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης σε κρίσιμες γεωπολιτικές εξελίξεις. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση απαντά ευθέως στις αιχμές του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος είχε αμφισβητήσει τη φράση περί «τριψήφιου τηλεφώνου στις 3 τα ξημερώματα».
Μήνυμα αποτροπής και το Διεθνές Δίκαιο
Η κυβέρνηση δεν υποβαθμίζει τα σενάρια που κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες σχετικά με μια πιθανή νέα τουρκική πρωτοβουλία σε ζητήματα θαλασσίων ζωνών, ωστόσο επιμένει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη τοποθέτηση από την πλευρά της Τουρκίας. Παρ' όλα αυτά, το μήνυμα που εκπέμπεται από το Μέγαρο Μαξίμου είναι απολύτως σαφές: οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια δεν θα έχει κανένα έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο. Εφόσον υπάρξει απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένων, η Αθήνα είναι έτοιμη να αντιδράσει τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά. Το σύνθημα που εκπέμπεται είναι πως δεν υπάρχει «έτσι θέλω».
Κυβερνητικά στελέχη υπογραμμίζουν ότι το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ρητά πως η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών γίνεται μόνο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, απορρίπτοντας έτσι κάθε λογική μονομερών ενεργειών από την Αγκυρα. «Το "έτσι θέλω" δεν αποτελεί ένδειξη ισχύος αλλά αδυναμίας», τονίζουν χαρακτηριστικά, ενώ διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα διαθέτει σχέδιο για κάθε πιθανό σενάριο.
Το δόγμα των «ήρεμων νερών» και η γεωπολιτική ενίσχυση
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η κυβέρνηση και στη διατήρηση του δόγματος των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, επιχειρώντας ωστόσο να του δώσει νέο περιεχόμενο. Σύμφωνα με το κυβερνητικό αφήγημα, η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει αδράνεια ούτε αποδοχή τετελεσμένων. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως μια περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα ενισχύει τη διπλωματική, αμυντική και γεωπολιτική της θέση.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η τελευταία τριετία έχει ενισχύσει σημαντικά το διεθνές αποτύπωμα της χώρας, ειδικά σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων και αστάθειας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδείξει ότι η χώρα κατάφερε να κινηθεί με σταθερότητα μέσα σε διαδοχικές κρίσεις, από την ενεργειακή κρίση μέχρι τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, χωρίς να διολισθήσει σε επικίνδυνες εντάσεις με την Τουρκία, αλλά και χωρίς να εγκαταλείψει τις πάγιες εθνικές θέσεις.
Η απάντηση στον Βενιζέλο για το «τριψήφιο»
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σφοδρή κυβερνητική απάντηση στις δηλώσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε χαρακτηρίσει την τοποθέτηση του πρωθυπουργού περί «τριψήφιου τηλεφώνου» ως «αλαζονική και ανιστόρητη», διερωτώμενος ειρωνικά ποιον θα καλούσε ο κ. Μητσοτάκης: τον Ντόναλντ Τραμπ, την πρόεδρο της Κομισιόν, κάποιον στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η κυβερνητική απάντηση ήταν άμεση και ιδιαίτερα αιχμηρή. Στελέχη του Μαξίμου όχι μόνο υπερασπίστηκαν τη δήλωση Μητσοτάκη, αλλά υποστήριξαν ότι ο πρωθυπουργός έχει κατακτήσει τη δυνατότητα να συνομιλεί απευθείας και επί ίσοις όροις με κορυφαίους διεθνείς ηγέτες. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πολιτικό δίλημμα για την ηγεσία της χώρας σε περιόδους κρίσης. «Ποιος μπορεί να ανταποκριθεί ως πρωθυπουργός σε μια δύσκολη στιγμή;», διερωτώνται κυβερνητικά στελέχη, βάζοντας στο ίδιο κάδρο τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Κυριάκο Βελόπουλο, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τον Αλέξη Τσίπρα αλλά και τη Μαρία Καρυστιανού.
Το αφήγημα της διεθνούς αξιοπιστίας
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι η προσωπική διεθνής δικτύωση του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί πλέον βασικό πολιτικό πλεονέκτημα της Νέας Δημοκρατίας. Συνεργάτες του πρωθυπουργού υπενθυμίζουν ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα χρειάστηκε να διαχειριστεί αλλεπάλληλες κρίσεις: τον Έβρο, την πανδημία, τις διαπραγματεύσεις για τα εμβόλια, το Ταμείο Ανάκαμψης, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Μέσα από αυτή τη διαδοχή κρίσεων, το Μαξίμου επιχειρεί να οικοδομήσει την εικόνα ενός πρωθυπουργού με διεθνή επιρροή και δυνατότητα άμεσης παρέμβασης σε κορυφαία κέντρα αποφάσεων. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι σε μια εποχή αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και ηγεσία με διεθνή ερείσματα.
Επίθεση σε αντισυστημικά και προσωποπαγή κόμματα
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει προληπτικά τις διεργασίες που καταγράφονται στον χώρο της αντιπολίτευσης και τα σενάρια δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών. Στο στόχαστρο μπαίνουν κυρίως τα προσωποπαγή και αντισυστημικά κόμματα, τα οποία κυβερνητικά στελέχη κατηγορούν ότι επενδύουν μόνο στην καταγγελία χωρίς ρεαλιστικές προτάσεις.
Το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει ότι η πολιτική σύγκρουση του 2027 θα αφορά τελικά την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης και όχι την επικοινωνιακή δυναμική νέων προσώπων ή κομμάτων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πολιτικό που επιχειρεί μια ολική επιστροφή, κουβαλώντας όμως το βάρος μιας τραγικής διακυβέρνησης με υπερφορολόγηση και σοβαρές θεσμικές παρεκκλίσεις.
Απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, το κυβερνητικό επιτελείο θεωρεί ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης μετακινείται προς μια πιο λαϊκιστική γραμμή, ειδικά μετά τις προτάσεις για τα κόκκινα δάνεια, ενώ για τη Μαρία Καρυστιανού κρατά στάση αναμονής, αφήνοντας ωστόσο αιχμές για πρόσωπα που εμφανίζονται στα δημοσιεύματα ως πιθανοί συνεργάτες της. Σε κάθε περίπτωση, στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι το βασικό πολιτικό στοίχημα παραμένει ένα: η κυβέρνηση να πείσει μέχρι το 2027 ότι υλοποιεί με συνέπεια το πρόγραμμα με το οποίο εξελέγη το 2023 και ότι μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας.
Πιο Δημοφιλή
Όλα κάτω της βάσης
Πιο Πρόσφατα