29 Αυγούστου 2026

«Κράτηση ή απέλαση» στα λόγια – Οι αριθμοί του ασύλου που στριμώχνουν το Μαξίμου

Σοβαρά πολιτικά ερωτήματα για την πραγματική εικόνα της μεταναστευτικής και ασυλιακής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη προκαλούν τα στοιχεία για τις θετικές αποφάσεις διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα. Πίσω από τη σκληρή κυβερνητική ρητορική περί «φύλαξης των συνόρων», «κρατήσεων» και «επιστροφών», οι αριθμοί δείχνουν ότι την τελευταία επταετία έχουν χορηγηθεί δεκάδες χιλιάδες καθεστώτα προστασίας.

Διάγραμμα που αποδίδεται σε στοιχεία της Eurostat και δημοσιοποιήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζει 155.645 θετικές αποφάσεις ασύλου για την περίοδο διακυβέρνησης Μητσοτάκη έως το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 40.625 για την περίοδο Τσίπρα και 2.545 για την περίοδο Σαμαρά.

Η συγκεκριμένη σύγκριση χρειάζεται, πάντως, προσοχή. Οι κυβερνητικές περίοδοι δεν έχουν την ίδια χρονική διάρκεια, ενώ ο αριθμός των θετικών αποφάσεων εξαρτάται τόσο από τον αριθμό και την εθνικότητα των αιτούντων όσο και από τις αιτήσεις προηγούμενων ετών που εξετάζονται μεταγενέστερα.

Επιπλέον, τα στοιχεία της Eurostat για το άσυλο ταξινομούν τους αιτούντες και τους δικαιούχους κατά υπηκοότητα και καθεστώς προστασίας, όχι κατά θρήσκευμα. Επομένως, ο χαρακτηρισμός όλων των συγκεκριμένων προσώπων ως «μουσουλμάνων αλλοδαπών» δεν τεκμηριώνεται από τα ευρωπαϊκά στατιστικά στοιχεία.

Υψηλά ποσοστά αναγνώρισης επί κυβέρνησης Μητσοτάκη

Αυτό που προκύπτει, ωστόσο, χωρίς αμφισβήτηση από τα επίσημα δεδομένα είναι ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα καταγράφει πολύ υψηλό αριθμό θετικών αποφάσεων διεθνούς προστασίας.

Το 2024, από τις αιτήσεις που εξετάστηκαν επί της ουσίας σε πρώτο βαθμό, το ποσοστό αναγνώρισης έφτασε περίπου στο 79%. Συγκεκριμένα, χορηγήθηκαν 39.271 καθεστώτα πρόσφυγα και 296 καθεστώτα επικουρικής προστασίας.

Το 2025 οι θετικές αποφάσεις παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα. Χορηγήθηκαν 24.353 καθεστώτα πρόσφυγα και 2.384 επικουρικής προστασίας, ενώ το ποσοστό αναγνώρισης επί των αποφάσεων ουσίας διαμορφώθηκε περίπου στο 70%.

Οι υψηλοί αυτοί αριθμοί συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τη σύνθεση των αιτούντων. Για εθνικότητες όπως Αφγανοί, Σύροι, Σουδανοί και Παλαιστίνιοι τα ποσοστά αναγνώρισης παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, καθώς μεγάλο μέρος των αιτήσεων κρίνεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις της διεθνούς προστασίας.

Αυτό όμως δεν εξαφανίζει την πολιτική αντίφαση που καλείται να εξηγήσει η κυβέρνηση.

Για χρόνια το Μέγαρο Μαξίμου έχει επενδύσει επικοινωνιακά στην εικόνα μιας αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής, με φράχτη στον Έβρο, αυξημένη επιτήρηση, περιορισμό των παράτυπων εισόδων και, πιο πρόσφατα, σκληρότερη ρητορική περί κράτησης και απέλασης.

Την ίδια ώρα, ο μηχανισμός ασύλου συνεχίζει να εξετάζει αιτήματα και να χορηγεί σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας, όπως επιβάλλουν το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Πρώτη η Ελλάδα στην ΕΕ ανά κάτοικο το 2025

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία για τις νέες αιτήσεις. Το 2025 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 55.380 πρώτες αιτήσεις ασύλου. Σε απόλυτους αριθμούς η χώρα βρισκόταν πίσω από μεγαλύτερα κράτη όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία.

Σε αναλογία πληθυσμού, όμως, η εικόνα αλλάζει δραματικά. Η Ελλάδα βρέθηκε πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 5,3 πρώτους αιτούντες άσυλο ανά 1.000 κατοίκους.

Εδώ εντοπίζεται και το πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Η επιτυχία στη μείωση ορισμένων μεταναστευτικών ροών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης μιας πολιτικής που περιλαμβάνει επίσης αιτήσεις ασύλου, αποφάσεις προστασίας, επιστροφές, εκκρεμείς υποθέσεις και πραγματική πίεση στις τοπικές κοινωνίες.

Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η χώρα εφαρμόζει τις διεθνείς της υποχρεώσεις και ότι η αναγνώριση πραγματικών προσφύγων δεν ταυτίζεται με ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Οφείλει όμως να παρουσιάζει ολόκληρη την εικόνα και όχι μόνο τους αριθμούς που εξυπηρετούν κάθε φορά το πολιτικό αφήγημα.

Το γεγονός παραμένει: επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης έχουν εκδοθεί πολύ μεγάλοι αριθμοί θετικών αποφάσεων προστασίας, ενώ το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αναλογία πρώτων αιτήσεων ασύλου ανά κάτοικο στην ΕΕ. Αν το Μαξίμου θέλει να πείσει ότι εφαρμόζει αποτελεσματική και αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, οφείλει να εξηγήσει αυτούς τους αριθμούς με στοιχεία και όχι μόνο με συνθήματα περί «κλειστών συνόρων».