29 Αυγούστου 2026

Λαζαράτος κατά ΥΠΕΘΑΑ: «Επαναχορήγησαν ακυρωμένες άδειες» – Νέες προσφυγές προ των πυλών

Νέα σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο το υπουργείο Παιδείας χειρίστηκε τις άδειες λειτουργίας των μη κρατικών πανεπιστημίων Keele και York θέτει ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου Πάνος Λαζαράτος, μετά την εκ νέου χορήγησή τους, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η διοίκηση. Ο καθηγητής επισημαίνει ότι το υπουργείο προχώρησε στη νέα διαδικασία πριν ακόμη καθαρογραφούν οι σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ, χαρακτηρίζοντας την επιλογή αυτή εξαιρετικά ασυνήθιστη και νομικά επικίνδυνη.

Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με τον Πάνο Λαζαράτο, είναι εάν το υπουργείο χορήγησε πραγματικά νέες άδειες από μηδενική βάση ή εάν επιχείρησε να «επαναχορηγήσει» εκείνες που είχαν ήδη ακυρωθεί δικαστικά.

Η διάκριση μόνο τυπική δεν είναι. Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι, μετά την ακύρωση των προηγούμενων διοικητικών πράξεων, το υπουργείο όφειλε να προχωρήσει σε ρητή ανάκλησή τους και στη συνέχεια να εκδώσει νέες άδειες, ακολουθώντας εξαρχής τη νόμιμη διοικητική διαδικασία.

Κατά την εκτίμησή του, η επιλογή της επαναχορήγησης μιας ακυρωθείσας άδειας, χωρίς προηγούμενη ανάκληση, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα νομιμότητας και συνταγματικότητας.

Το κρίσιμο ζήτημα των αποφάσεων του ΣτΕ

Ο Πάνος Λαζαράτος στηρίζει μεγάλο μέρος της νομικής επιχειρηματολογίας του στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Όπως εξηγεί, οι αποφάσεις αυτές παράγουν κατά κανόνα αποτελέσματα ex tunc, δηλαδή αναδρομικά, σαν η ακυρωθείσα διοικητική πράξη να μην είχε υπάρξει εξαρχής, εκτός εάν το ίδιο το δικαστήριο περιορίσει ρητά τα αποτελέσματα της ακύρωσης με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο.

Κατά τον καθηγητή, κάτι τέτοιο δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για τον λόγο αυτό θεωρεί προβληματικό να εμφανίζεται η διοίκηση να επαναφέρει σε ισχύ μια άδεια που έχει ήδη ακυρωθεί.

Το υπουργείο Παιδείας καλείται, επομένως, να απαντήσει σε ένα απολύτως συγκεκριμένο ερώτημα: οι πράξεις που εκδόθηκαν αποτελούν νέες άδειες ή επαναχορήγηση των προηγούμενων;

Ο Πάνος Λαζαράτος εκτιμά ότι η ασάφεια αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Προαναγγέλλει ότι οι νέες πράξεις είναι πιθανό να προσβληθούν εκ νέου τόσο αυτοτελώς όσο και ενώπιον της Επιτροπής Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Κεντρικό αντικείμενο μιας νέας δικαστικής αντιπαράθεσης θα είναι, κατά τον ίδιο, να διαπιστωθεί εάν οι νέες αποφάσεις εμπεριέχουν στην πραγματικότητα ανάκληση των παλαιών αδειών ή εάν επιχειρείται η συνέχιση της ισχύος τους παρά την προηγούμενη ακύρωση.

Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας των συνεπειών για τους φοιτητές.

Ο καθηγητής επισημαίνει ότι, εάν θεωρηθεί πως χορηγήθηκαν πραγματικά νέες άδειες και ότι οι προηγούμενες έχουν παύσει να υφίστανται, τότε προκύπτει το ερώτημα με ποιον νομικό τρόπο διασώζεται το ακαδημαϊκό έτος που προηγήθηκε.

Κατά την επιχειρηματολογία του, εάν η παλαιά άδεια θεωρείται ακυρωμένη αναδρομικά, δημιουργείται ζήτημα ως προς το καθεστώς υπό το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Ακριβώς γι’ αυτό καλεί το υπουργείο να δώσει άμεσα και χωρίς υπεκφυγές συγκεκριμένες απαντήσεις, ώστε να μη διατηρούνται φοιτητές και οικογένειες σε κατάσταση αβεβαιότητας.

Νέα ένσταση για την ΕΘΑΑΕ και τα προγράμματα σπουδών

Η παρέμβαση Λαζαράτου δεν σταματά στον χαρακτήρα των νέων αδειών. Θέτει δεύτερο σοβαρό ζήτημα σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και ειδικότερα με τη γνώμη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) για τα προγράμματα σπουδών.

Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η προηγούμενη γνώμη της ΕΘΑΑΕ δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί χωρίς νέα αξιολόγηση, επειδή βασιζόταν σε κριτήρια που συνδέονται με αποφάσεις οι οποίες επηρεάστηκαν από τις ακυρωτικές κρίσεις του ΣτΕ.

Κατά τη θέση του, η ορθή σειρά θα ήταν πρώτα να επανακαθοριστούν τα σχετικά κριτήρια και στη συνέχεια να εξεταστούν εκ νέου οι φάκελοι και να εκδοθούν νέες άδειες.

Αντί γι’ αυτό, καταγγέλλει ότι το υπουργείο κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα, επιχειρώντας μια διαδικασία «επικαιροποίησης» των φακέλων η οποία, κατά την άποψή του, δημιουργεί νέα νομικά προβλήματα.

Ο Πάνος Λαζαράτος αποδίδει τη συγκεκριμένη βιασύνη και σε επικοινωνιακούς λόγους, εκτιμώντας ότι η κυβέρνηση επιχείρησε να κλείσει γρήγορα το ζήτημα των αδειών χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης μελέτη των ακυρωτικών αποφάσεων.

Πρόκειται για ιδιαίτερα βαριά αιχμή, καθώς ουσιαστικά εγκαλεί το υπουργείο ότι έβαλε την ταχύτητα της πολιτικής διαχείρισης πάνω από την ανάγκη δημιουργίας μιας απολύτως ασφαλούς νομικής βάσης για τη λειτουργία των δύο ιδρυμάτων.

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι μια μεταγενέστερη ή αναδρομική «επικαιροποίηση» των φακέλων δεν μπορεί, κατά τη νομική του άποψη, να λειτουργήσει ως αναδρομική νομιμοποίηση αδειών που έχουν ήδη ακυρωθεί από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.

Έτσι, ένα θέμα που η κυβέρνηση επιχείρησε να θεωρήσει λήξαν με την εκ νέου έκδοση των αδειών φαίνεται ότι παραμένει ανοιχτό και ενδέχεται να επιστρέψει σύντομα στις δικαστικές αίθουσες.

Το πολιτικό και θεσμικό πρόβλημα για το υπουργείο Παιδείας είναι πλέον σαφές: οφείλει να εξηγήσει ακριβώς τι έκανε. Αν επαναχορήγησε τις ακυρωμένες άδειες, πρέπει να απαντήσει στις ενστάσεις περί νομιμότητας. Αν εξέδωσε νέες άδειες, πρέπει να εξηγήσει τι σημαίνει αυτό για το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος και τους φοιτητές. Η επιλογή της ασάφειας μπορεί να προσφέρει προσωρινή επικοινωνιακή διέξοδο, όμως δεν λύνει το νομικό πρόβλημα που θέτει ο Πάνος Λαζαράτος και το οποίο, όπως προειδοποιεί, είναι πιθανό να βρεθεί ξανά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.