Μητσοτάκης: Από εγγυητής σταθερότητας σε παράγοντα πολιτικής αστάθειας

Η εικόνα πολιτικής κυριαρχίας που για χρόνια συνόδευε τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε εικόνα πολιτικής απομόνωσης. Το αφήγημα της σταθερότητας, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η Νέα Δημοκρατία από το 2019 και μετά, εμφανίζει πλέον εμφανείς ρωγμές. Δεν αμφισβητείται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από ένα ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα που δείχνει να αναζητά πολιτική αλλαγή.

Ο πρωθυπουργός παραμένει κεντρικό πρόσωπο για τη ΝΔ, όμως η κεντρικότητα αυτή δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως πλεονέκτημα. Όσο περισσότερο η κυβερνητική παράταξη ταυτίζεται αποκλειστικά με το πρόσωπό του, τόσο πιο δύσκολα μπορεί να απορροφήσει τη φθορά, την κοινωνική δυσαρέσκεια και τα ανοιχτά πολιτικά μέτωπα. Η προσωποκεντρική ηγεσία, που κάποτε παρήγαγε πειθαρχία και εκλογική απόδοση, εξελίσσεται σε μηχανισμό εγκλωβισμού.

Οι αδύναμοι κρίκοι της σταθερότητας

Το βασικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι η λέξη «σταθερότητα» δεν παράγει πια την ίδια πολιτική ασφάλεια. Η ακρίβεια, η πίεση στα νοικοκυριά, η φθορά των θεσμών, τα σκάνδαλα, η κόπωση από τη μακρά κυβερνητική παρουσία και η αίσθηση αλαζονείας έχουν αποδυναμώσει το κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί προβάδισμα, όμως το προβάδισμα δεν ταυτίζεται με πολιτική ηγεμονία. Η απόσταση από την αυτοδυναμία δείχνει ότι το εκλογικό σώμα δεν κινείται πλέον με όρους επιβράβευσης, αλλά με όρους επιφύλαξης. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η κυβέρνηση μπορεί να προηγείται, αλλά δεν πείθει ότι μπορεί να ξαναχτίσει μόνη της καθαρή εντολή διακυβέρνησης.

Η πολιτική απομόνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν σημαίνει ότι έχει χάσει τον έλεγχο του κόμματός του. Σημαίνει ότι δυσκολεύεται να διευρύνει ξανά την πολιτική του απήχηση πέρα από τον στενό πυρήνα των πιστών ψηφοφόρων. Η κοινωνική βάση που στήριξε τη ΝΔ με όρους κανονικότητας, μεταρρυθμίσεων και ευρωπαϊκής διαχείρισης δείχνει πιο δύσπιστη, πιο κουρασμένη και λιγότερο πρόθυμη να δώσει νέα λευκή επιταγή.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει asset για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι θεωρητικό. Για χρόνια υπήρξε το ισχυρότερο εκλογικό χαρτί της παράταξης. Σήμερα, όμως, η ίδια του η κυριαρχία δημιουργεί και το μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο. Αν η ΝΔ κερδίζει λόγω Μητσοτάκη, φθείρεται επίσης λόγω Μητσοτάκη. Αν η κυβέρνηση ζητά νέα εμπιστοσύνη στο όνομά του, χρεώνεται και όλη τη δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί γύρω από το ίδιο όνομα.

Το αίτημα πολιτικής αλλαγής

Η ένδειξη ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας ζητά πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κυβερνητική ανατροπή, ούτε σημαίνει ότι η αντιπολίτευση έχει αποκτήσει καθαρή πρόταση εξουσίας. Δείχνει όμως ότι το δίλημμα «σταθερότητα ή περιπέτεια» έχει χάσει μέρος της ισχύος του. Όταν η καθημερινότητα γίνεται ασταθής, το σύνθημα της σταθερότητας ακούγεται όλο και λιγότερο πειστικό.

Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να κρατήσει ενωμένη τη ΝΔ γύρω από τον πρωθυπουργό, παρουσιάζοντας κάθε εσωτερική αμφισβήτηση ως απειλή διάσπασης και κάθε εναλλακτικό σενάριο ως κίνδυνο ακυβερνησίας. Αυτή η στρατηγική όμως έχει όρια. Όσο η φθορά βαθαίνει, τόσο η επίκληση του φόβου λειτουργεί αμυντικά και όχι επιθετικά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πλέον πολιτικά πιο μόνος, επειδή η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη διαχείριση σε νέο πολιτικό όραμα. Η ΝΔ δείχνει να στηρίζεται περισσότερο στην αδυναμία των αντιπάλων της παρά στη δική της θετική δυναμική. Αυτό μπορεί να αρκεί για την πρώτη θέση, αλλά δεν αρκεί για καθαρή πολιτική κυριαρχία.

Η απομόνωση του πρωθυπουργού, εφόσον συνεχιστεί, μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα αστάθειας. Όχι επειδή η κυβέρνηση κινδυνεύει άμεσα να χάσει τον έλεγχο, αλλά επειδή η πολιτική της νομιμοποίηση στενεύει. Το πρόσωπο που κάποτε συμβόλιζε την ασφάλεια για τη ΝΔ, σήμερα καλείται να αποδείξει ότι δεν έχει μετατραπεί στο όριο της ίδιας της παράταξης.

Το κρίσιμο ερώτημα για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι μόνο αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να την οδηγήσει ξανά στην πρώτη θέση. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να της εξασφαλίσει ξανά κοινωνική πλειοψηφία, κυβερνητική προοπτική και πολιτικό οξυγόνο. Εκεί θα κριθεί αν παραμένει asset ή αν έχει αρχίσει να γίνεται το μεγαλύτερο βάρος του συστήματος που ο ίδιος οικοδόμησε.