Μητσοτάκης: Ισορροπίες στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Μητσοτάκης απέφυγε την αντιπαράθεση με ΗΠΑ και Τουρκία, αλλά έστειλε σαφή μηνύματα για τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας.
  • Ανακοίνωσε ότι η εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων στα F-35 ξεκινά το 2027, ενώ η Τουρκία παραμένει εκτός λόγω S-400.
  • Τόνισε ότι η Ελλάδα δεν δέχεται υποδείξεις για την άμυνά της, όπως δεν υποδεικνύει στις ΗΠΑ τι να κάνουν.
  • Χαρακτήρισε το τουρκικό casus belli ιστορική ανορθογραφία, επιμένοντας στη λύση των διαφορών με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τις σύνθετες γεωπολιτικές ισορροπίες που καλείται να διαχειριστεί η ελληνική κυβέρνηση. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, με τον Ντόναλντ Τραμπ να διατηρεί ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την Άγκυρα να πιέζει συστηματικά για την επιστροφή της στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κινήθηκε με ιδιαίτερη προσοχή και στρατηγική σκέψη.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Έλληνα πρωθυπουργού δεν είχαν χαρακτήρα ευθείας αντιπαράθεσης, ούτε με την Ουάσιγκτον ούτε με την Άγκυρα. Ωστόσο, ενσωμάτωσαν σαφή πολιτικά μηνύματα που αφορούν τόσο τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές» όσο και την αποφασιστικότητα της Αθήνας να συνεχίσει απρόσκοπτα την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος. Η ελληνική διπλωματία, όπως αποτυπώθηκε από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, επιλέγει έναν δρόμο που συνδυάζει τη στενή συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες με την ανάγκη διαφύλαξης της εθνικής αυτονομίας σε κρίσιμα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.

Στήριξη στην αμερικανική ηγεσία, αλλά με όρους

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν δίστασε να αναγνωρίσει δημόσια ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε από τα προηγούμενα χρόνια επισημάνει την ανάγκη οι ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, η Ευρώπη αντιλήφθηκε, έστω και με σημαντική καθυστέρηση, ότι δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και οφείλει να επενδύσει περισσότερους πόρους στη δική της άμυνα. Παράλληλα, εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ, επιχειρώντας να διασκεδάσει τα σενάρια περί αποδυνάμωσης της Συμμαχίας και να τονίσει τη σημασία της διατλαντικής σχέσης.

Το πρόγραμμα των F-35 και η τουρκική πρόκληση

Η πιο κρίσιμη παρέμβαση του πρωθυπουργού αφορούσε το ζήτημα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι μέσα στο 2027 οι πρώτοι Έλληνες πιλότοι θα ξεκινήσουν εκπαίδευση στα συγκεκριμένα αεροσκάφη, επισημαίνοντας ότι η ελληνική παραγγελία προχωρά κανονικά και χωρίς εμπόδια. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία, εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400. Με αυτόν τον τρόπο, άφησε να εννοηθεί ότι η επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα δεν είναι ούτε εύκολη ούτε δεδομένη, στηρίζοντας την επιχειρηματολογία της Αθήνας στα αντικειμενικά δεδομένα της αμερικανικής νομοθεσίας και όχι σε δημόσιες πιέσεις προς τον Λευκό Οίκο.

Αυτονομία στις αμυντικές αποφάσεις

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της συνέντευξης του πρωθυπουργού ήταν η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε εάν σκοπεύει να ζητήσει από την αμερικανική κυβέρνηση να μην προμηθεύσει την Τουρκία με F-35. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί πως είναι δουλειά της Ελλάδας να υποδεικνύει στις Ηνωμένες Πολιτείες ποια οπλικά συστήματα θα διαθέσουν και σε ποιες χώρες. Ωστόσο, αμέσως μετά έστειλε ένα σαφές μήνυμα ισοτιμίας στις διμερείς σχέσεις, τονίζοντας ότι όπως η Ελλάδα δεν υποδεικνύει στις ΗΠΑ τι θα κάνουν, έτσι δεν δέχεται και υποδείξεις για τις αποφάσεις που αφορούν την άμυνα της χώρας και την προστασία της εθνικής κυριαρχίας. Η φράση αυτή αποτυπώνει με απόλυτη σαφήνεια τη φιλοσοφία της ελληνικής κυβέρνησης: στενή συνεργασία με την Ουάσιγκτον, αλλά χωρίς καμία διάθεση να εκχωρήσει την αυτονομία των ελληνικών επιλογών σε θέματα άμυνας.

Προσέγγιση με την Τουρκία, χωρίς υποχώρηση

Στις αναφορές του προς την Τουρκία, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να κρατήσει ισορροπίες, αναγνωρίζοντας ότι το τελευταίο διάστημα έχουν υπάρξει θετικά βήματα στη συνεργασία των δύο χωρών, ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό και στις επαφές των δύο λαών. Ταυτόχρονα, όμως, υπογράμμισε ότι η βασική ελληνοτουρκική διαφορά παραμένει η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και ότι αυτή μπορεί να επιλυθεί μόνο με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Ξεχωριστή ήταν και η αναφορά του στο τουρκικό casus belli, το οποίο χαρακτήρισε «ιστορική ανορθογραφία», σημειώνοντας ότι δεν μπορεί να συνυπάρχει με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το πνεύμα συνεργασίας που επιδιώκουν οι δύο κυβερνήσεις.

Η στρατηγική της διπλωματίας των ισορροπιών

Οι παρεμβάσεις του πρωθυπουργού στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ αποτυπώνουν με σαφήνεια τη στρατηγική που ακολουθεί σήμερα η ελληνική διπλωματία. Η Αθήνα αποφεύγει να έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με την αμερικανική ηγεσία, αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συμμαχία και επιδιώκει να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με την Ουάσιγκτον. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν αφήνει αναπάντητες τις τουρκικές διεκδικήσεις, επιμένει στην ανάγκη σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και υπενθυμίζει ότι η ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί αποκλειστικά ελληνική απόφαση. Σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα και οι γεωπολιτικές εξελίξεις είναι απρόβλεπτες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να ακολουθεί μια πολιτική προσεκτικών κινήσεων, μια στρατηγική που επιδιώκει να διατηρήσει την Ελλάδα σταθερά αγκυροβολημένη στη Δύση, χωρίς όμως να εμφανίζεται πρόθυμη να κάνει εκπτώσεις στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και κυριαρχίας.