25 Αυγούστου 2026

Νέοι στην Ελλάδα: Πτυχίο, ανεργία και μισθοί 40% κάτω από την Ευρώπη

Μια εξαιρετικά δύσκολη διαδρομή εξακολουθούν να διανύουν οι νέοι στην Ελλάδα από το σχολείο και το πανεπιστήμιο μέχρι την πρώτη σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη δουλειά. Χαμηλά ποσοστά απασχόλησης, υψηλή ανεργία ακόμη και μεταξύ πτυχιούχων, χαμηλοί μισθοί και μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ σπουδών και επαγγέλματος συνθέτουν την εικόνα που καταγράφει ο ΟΟΣΑ.

Η έκθεση του Οργανισμού για τη μετάβαση των νέων στην οικονομική αυτονομία αποτυπώνει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: το εκπαιδευτικό σύστημα και η αγορά εργασίας εξακολουθούν να λειτουργούν σε διαφορετικές ταχύτητες, χωρίς ουσιαστική σύνδεση μεταξύ των γνώσεων που αποκτούν οι νέοι και των πραγματικών αναγκών της οικονομίας.

Οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ την επαγγελματική σταδιοδρομία. Η δυσκολία εξασφάλισης σταθερού εισοδήματος μεταθέτει χρονικά την οικονομική ανεξαρτησία, την αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία και τελικά τη δημιουργία οικογένειας, εντείνοντας ακόμη περισσότερο το ήδη σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα.

Παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί στην ελληνική αγορά εργασίας σε σχέση με τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η απόσταση από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ παραμένει μεγάλη.

Μόλις το 36% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα εργάζεται, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 55%. Η Ελλάδα καταγράφει έτσι τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, πίσω μόνο από την Ιταλία.

Εξίσου αρνητική είναι η εικόνα στην ανεργία. Το ποσοστό των νέων που δεν έχουν εργασία διαμορφώνεται στο 16,5%, σχεδόν διπλάσιο από το 8,9% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η χώρα βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση, μετά την Ισπανία και τη Σουηδία.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η ανεργία δεν πλήττει μόνο όσους διαθέτουν χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Η απόκτηση πτυχίου στην Ελλάδα παραμένει σημαντικό προσόν, χωρίς όμως να αποτελεί εγγύηση για την είσοδο στην αγορά εργασίας.

Το 2024 το 12,3% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών με ανώτατη εκπαίδευση ήταν άνεργοι. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Η Ελλάδα καταγράφει επίσης την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των νέων με απολυτήριο λυκείου ή γυμνασίου, ενώ βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση, μετά τη Σλοβακία, στην ανεργία μεταξύ αποφοίτων δημοτικού.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι περισσότερη εκπαίδευση αυξάνει τις πιθανότητες εργασίας, όμως το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο παραμένει ανίκανο να απορροφήσει αποτελεσματικά μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού που εκπαιδεύεται επί χρόνια.

Δουλειά υπάρχει, αλλά με μισθούς πολύ κάτω από την Ευρώπη

Ακόμη και όταν οι νέοι καταφέρνουν τελικά να βρουν εργασία, έρχονται αντιμέτωποι με το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο: τις χαμηλές αμοιβές.

Οι εργαζόμενοι ηλικίας κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα λαμβάνουν τις χαμηλότερες αποδοχές μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ, με τους μισθούς τους να υπολείπονται κατά περίπου 40%.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη νέα γενιά. Οι συνολικές αμοιβές στην ελληνική αγορά εργασίας, υπολογισμένες με βάση την αγοραστική δύναμη, παραμένουν περίπου 45% χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη χαμηλόμισθη εργασία. Περίπου τέσσερις στους δέκα νέους εργαζόμενους, ποσοστό 43%, εντάσσονται στην κατηγορία των χαμηλόμισθων, καθώς οι αποδοχές τους δεν ξεπερνούν τα δύο τρίτα των διάμεσων ωριαίων αποδοχών.

Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 21%, δηλαδή βρίσκεται περίπου στο μισό.

Η διαφορά είναι μεγάλη ακόμη και σε σχέση με το σύνολο της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπου το ποσοστό των χαμηλόμισθων εργαζομένων υπολογίζεται στο 22%.

Η μερική απασχόληση εμφανίζεται λιγότερο διαδεδομένη στους νέους στην Ελλάδα συγκριτικά με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφορά το 11,3% των νέων εργαζομένων, έναντι 23,8% στην ΕΕ.

Η συγκεκριμένη εικόνα, ωστόσο, δεν αποτελεί απαραίτητα θετική ένδειξη. Σχεδόν οι μισοί από όσους εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης δηλώνουν ότι οδηγήθηκαν σε αυτή την επιλογή επειδή δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν θέση πλήρους απασχόλησης.

Καθοριστική επίδραση ασκεί και η ίδια η δομή της ελληνικής οικονομίας. Η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες στρέφει σημαντικό τμήμα των νέων προς την εστίαση, τη φιλοξενία και συναφείς δραστηριότητες.

Οι κλάδοι αυτοί μπορούν να προσφέρουν ευκολότερη πρώτη πρόσβαση στην απασχόληση για εργαζομένους χωρίς εμπειρία, όμως ένα σημαντικό τμήμα των διαθέσιμων θέσεων είναι εποχικό και δεν προσφέρει σταθερή επαγγελματική προοπτική.

Το 2023 οι υπηρεσίες, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο τουρισμός, απασχολούσαν το 55% των εργαζομένων ηλικίας 15 έως 24 ετών στην Ελλάδα, έναντι 37% στις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ.

Την ίδια ώρα, η συμμετοχή των νέων στη βιομηχανία και στις κατασκευές έχει καταρρεύσει. Από 13% το 2008 μειώθηκε μόλις στο 3% το 2023.

Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ η αντίστοιχη υποχώρηση ήταν αισθητά μικρότερη, από 11% σε 7%.

Πτυχία χωρίς αντίκρισμα και σπουδές που δεν οδηγούν στο επάγγελμα

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που καταγράφει η έκθεση αφορά τη μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ των σπουδών και της εργασίας που τελικά ασκούν οι νέοι.

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα εργαζομένους στην Ελλάδα, ποσοστό 39%, έχουν εκπαιδευτεί σε διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο στο οποίο τελικά εργάζονται.

Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ, όπου ο μέσος όρος περιορίζεται στο 32%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της παραγωγής και των επιχειρήσεων.

Έτσι, η χώρα συνεχίζει να παράγει αποφοίτους με τίτλους σπουδών οι οποίοι πολλές φορές δεν βρίσκουν αντίστοιχη επαγγελματική διέξοδο, την ώρα που επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους με συγκεκριμένες τεχνικές και επαγγελματικές δεξιότητες.

Το πρόβλημα ξεκινά πριν ακόμη οι νέοι ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Μόλις το 4,2% των μαθητών και σπουδαστών στην Ελλάδα εργαζόταν παράλληλα με τις σπουδές του το 2022, ακόμη και σε καθεστώς μερικής απασχόλησης.

Στον ΟΟΣΑ, το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 14%, γεγονός που αποτυπώνει τη σαφώς μικρότερη επαφή των Ελλήνων μαθητών και φοιτητών με την αγορά εργασίας πριν από την αποφοίτησή τους.

Παράλληλα, τουλάχιστον έξι στους δέκα μαθητές θεωρούν ότι το σχολείο δεν τους προετοιμάζει επαρκώς για την ενήλικη ζωή, ενώ η επαγγελματική εκπαίδευση και ο επαγγελματικός προσανατολισμός εξακολουθούν να υπολείπονται σε απήχηση και αποτελεσματικότητα σε σχέση με άλλα εκπαιδευτικά συστήματα.

Υπάρχει πάντως και ένα θετικό στοιχείο. Το 51,2% των 15χρονων μαθητών στην Ελλάδα δήλωνε το 2022 ότι είχε αποκτήσει κάποια μορφή εμπειρίας πρακτικής άσκησης, όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ διαμορφωνόταν στο 35,3%.

Η γενική εικόνα, όμως, παραμένει ιδιαίτερα προβληματική. Η νέα γενιά εισέρχεται στην αγορά εργασίας αργότερα, αντιμετωπίζει υψηλότερη ανεργία, αμείβεται σημαντικά λιγότερο από τους Ευρωπαίους συνομηλίκους της και συχνά καταλήγει να εργάζεται σε αντικείμενο εντελώς διαφορετικό από αυτό που σπούδασε.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται ένα σοβαρό ζήτημα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Όσο η Ελλάδα δεν κατορθώνει να συνδέσει αποτελεσματικά την εκπαίδευση με την παραγωγή και να δημιουργήσει περισσότερες σταθερές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, η οικονομική ανεξαρτησία των νέων θα μετατίθεται συνεχώς για αργότερα.

Και αυτό σημαίνει ότι η χώρα συνεχίζει να ζητά από μια ολόκληρη γενιά να σπουδάζει περισσότερο, να περιμένει περισσότερο και τελικά να αμείβεται λιγότερο.

Ετικέτες: