BMJ: Αποσύρθηκε η αμφιλεγόμενη μελέτη για εμβόλια COVID και υπερβάλλουσα θνησιμότητα

Αποσύρθηκε από το BMJ Public Health η αμφιλεγόμενη μελέτη για την υπερβάλλουσα θνησιμότητα στις δυτικές χώρες κατά την περίοδο της πανδημίας, έπειτα από μακρά διαδικασία ελέγχου που ανέδειξε σοβαρά προβλήματα στην επιστημονική τεκμηρίωση και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν πιθανά αίτια των θανάτων.

Η εργασία είχε δημοσιευθεί τον Ιούνιο του 2024 και εξέταζε στοιχεία από 47 χώρες του δυτικού κόσμου για τα έτη 2020 έως 2022. Οι συγγραφείς υπολόγιζαν ότι στη συγκεκριμένη τριετία είχαν καταγραφεί συνολικά 3.098.456 υπερβάλλοντες θάνατοι.

Το άρθρο δεν απέδειξε ότι οι εμβολιασμοί κατά της COVID-19 προκάλεσαν τους συγκεκριμένους θανάτους. Παρ' όλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο συνέδεε στη συζήτηση την υπερβάλλουσα θνησιμότητα με τα περιοριστικά μέτρα και τους εμβολιασμούς δημιούργησε έντονες αντιδράσεις και άφησε περιθώριο για πολύ διαφορετικές ερμηνείες.

Η μελέτη επισήμαινε ότι η υπερβάλλουσα θνησιμότητα παρέμενε υψηλή επί τρία διαδοχικά χρόνια, παρά την εφαρμογή μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας και την έναρξη των εμβολιαστικών προγραμμάτων. Παράλληλα, γινόταν αναφορά σε αναφορές ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τον εμβολιασμό.

Αυτές οι διατυπώσεις αξιοποιήθηκαν στη συνέχεια σε αντιεμβολιαστικές αναρτήσεις και δημοσιεύματα, όπου η εργασία παρουσιάστηκε σε αρκετές περιπτώσεις ως δήθεν απόδειξη ότι τα εμβόλια ευθύνονταν για την υπερβάλλουσα θνησιμότητα.

Αυτό, όμως, δεν ήταν συμπέρασμα της ίδιας της έρευνας. Οι συγγραφείς είχαν μελετήσει τις χρονικές τάσεις της θνησιμότητας και όχι τις πραγματικές αιτίες κάθε θανάτου. Συνεπώς, από τον σχεδιασμό της μελέτης δεν μπορούσε να προκύψει αιτιώδης σύνδεση μεταξύ εμβολιασμού και υπερβάλλουσας θνησιμότητας.

Το BMJ είχε προειδοποιήσει από το 2024 για τις παρερμηνείες

Η αντίδραση του περιοδικού ήταν σχεδόν άμεση. Στις 14 Ιουνίου 2024, λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση, το BMJ Public Health εξέδωσε επίσημη «έκφραση ανησυχίας», προειδοποιώντας ότι η εργασία είχε ήδη παρερμηνευθεί δημόσια.

Το περιοδικό διευκρίνιζε τότε ρητά ότι η μελέτη δεν τεκμηρίωνε άμεση αιτιώδη σχέση ανάμεσα στους εμβολιασμούς κατά της COVID-19 και στους θανάτους και ότι τα δεδομένα της δεν υποστήριζαν τον ισχυρισμό πως τα εμβόλια αποτελούσαν σημαντικό παράγοντα της υπερβάλλουσας θνησιμότητας.

Παράλληλα, αμφισβητήθηκαν στοιχεία της μεθοδολογίας και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο το άρθρο συζητούσε τις πιθανές αιτίες της αυξημένης θνησιμότητας.

Η επιστημονική διερεύνηση συνεχίστηκε τόσο από το περιοδικό όσο και από το Princess Máxima Center στην Ολλανδία, όπου εργάζονταν τρεις από τους τέσσερις συγγραφείς της εργασίας.

Τελικά, στις 11 Αυγούστου 2026, το BMJ Public Health προχώρησε στην επίσημη ανάκληση της δημοσίευσης.

Σύμφωνα με το σκεπτικό που δημοσιοποιήθηκε, η συζήτηση γύρω από τις πιθανές αιτίες της υπερβάλλουσας θνησιμότητας κρίθηκε ανεπαρκώς ισορροπημένη και χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική αυστηρότητα. Ιδιαίτερη κριτική ασκήθηκε στο βάρος που δόθηκε στην πιθανότητα να είχαν συμβάλει οι περιοριστικές πολιτικές και οι εμβολιασμοί, χωρίς η ίδια η μελέτη να έχει σχεδιαστεί για να αποδείξει κάτι τέτοιο.

Διαφωνούν οι συγγραφείς – Δεν διαπιστώθηκε παραποίηση δεδομένων

Η ανάκληση προκάλεσε και διαφωνίες μεταξύ των ίδιων των συγγραφέων.

Η επικεφαλής συγγραφέας Saskia Mostert έχει υποστηρίξει ότι η ερευνητική ομάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με δυσανάλογες αντιδράσεις και ότι η κριτική προς την εργασία χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστεί η συζήτηση γύρω από ανεπιθύμητα επιστημονικά ερωτήματα.

Η ίδια έχει διαφωνήσει με την ανάκληση, ενώ έχει δηλώσει ότι αποχώρησε από το Princess Máxima Center στο πλαίσιο της διαμάχης που δημιουργήθηκε γύρω από την έρευνα επιστημονικής ακεραιότητας.

Οι Gertjan Kaspers και Minke Huibers συμφώνησαν με την απόφαση να αποσυρθεί το άρθρο, διαφώνησαν όμως με τον χαρακτηρισμό ότι περιείχε παραπληροφόρηση. Ο Marcel Hoogland και η Mostert διατήρησαν την αντίθεσή τους στην ανάκληση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει πάντως ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση του BMJ, η έρευνα δεν εντόπισε στοιχεία κακόβουλης πρόθεσης, κατασκευής ή παραποίησης δεδομένων ούτε λογοκλοπής.

Η υπόθεση επομένως δεν αφορά αποδεδειγμένη επιστημονική απάτη. Αφορά σοβαρή διαφωνία για τη μεθοδολογία, την ερμηνεία των δεδομένων, την επιστημονική αυστηρότητα της συζήτησης και το κατά πόσο το άρθρο έδινε δυσανάλογο βάρος σε υποθέσεις που τα ίδια τα δεδομένα του δεν μπορούσαν να αποδείξουν.

Το βασικό συμπέρασμα παραμένει σαφές: οι περισσότεροι από τρία εκατομμύρια υπερβάλλοντες θάνατοι που κατέγραψε η εργασία αποτελούσαν εκτίμηση της συνολικής θνησιμότητας πάνω από τα αναμενόμενα επίπεδα. Δεν αποτελούσαν τρία εκατομμύρια θανάτους από εμβόλια και η συγκεκριμένη μελέτη δεν μπορούσε να αποδείξει κάτι τέτοιο.

Η ανάκλησή της, σχεδόν δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση, αναδεικνύει ταυτόχρονα ένα σοβαρότερο πρόβλημα της εποχής: μια επιστημονική εργασία μπορεί να διαδοθεί σε εκατομμύρια ανθρώπους με πολύ διαφορετικό μήνυμα από αυτό που πραγματικά αποδεικνύουν τα δεδομένα της, πολύ πριν ολοκληρωθεί ο επιστημονικός έλεγχος.