18 Αυγούστου 2026

Νέος κόλαφος από το ΣτΕ: Στον αέρα η κυβερνητική «σωτηρία» αυθαιρέτων

Νέο ισχυρό πλήγμα σε νομοθετική ρύθμιση για τα αυθαίρετα επιφέρει το Συμβούλιο της Επικρατείας, βάζοντας τέλος στην αυτόματη τακτοποίηση κτισμάτων που είχαν ανεγερθεί με οικοδομική άδεια η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε αμετάκλητα από τη Δικαιοσύνη.

Με δύο ιδιαίτερα σημαντικές αποφάσεις, τις 1182 και 1183/2026, η Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις που επέτρεπαν τη διατήρηση τέτοιων αυθαίρετων κατασκευών μέσω γενικής διαδικασίας υπαγωγής στον νόμο 4495/2017.

Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική βαρύτητα, καθώς έρχεται μετά από ακόμη μία κρίσιμη δικαστική απόφαση που αμφισβήτησε κυβερνητική νομοθετική επιλογή, αυτή τη φορά στον ευαίσθητο χώρο της πολεοδομίας και της προστασίας του δομημένου περιβάλλοντος.

Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι ακόμη και όταν ο ιδιοκτήτης δεν φέρει υπαιτιότητα και έχει ενεργήσει καλόπιστα, η ακύρωση της οικοδομικής άδειας από τη Δικαιοσύνη αλλάζει ουσιαστικά τη νομική κατάσταση του κτίσματος. Η καλή πίστη του πολίτη δεν αρκεί από μόνη της για να διατηρηθεί αυτομάτως το κτίριο όπως κατασκευάστηκε.

Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης δεν μπορεί να παρακάμπτει το αποτέλεσμα μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης μέσω μιας γενικής ρύθμισης τακτοποίησης. Για να παραμείνει νόμιμα ένα τέτοιο κτίσμα απαιτείται πλέον νέα και ειδική πολεοδομική κρίση, βασισμένη στα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης.

Το ΣτΕ ακυρώνει την «αυτόματη σωτηρία» των αυθαιρέτων

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, με πρόεδρο τον Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Χρ. Παπανικολάου, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, οι οποίες άνοιγαν τον δρόμο για τακτοποίηση κτισμάτων όταν η αρχική οικοδομική άδεια είχε προηγουμένως ακυρωθεί από δικαστήριο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις προσκρούουν στα άρθρα 20 παρ. 1, 26, 95 παρ. 5 και 24 παρ. 2 του Συντάγματος.

Κεντρικό σημείο της απόφασης είναι ότι η αυτόματη υπαγωγή τέτοιων αυθαιρέτων στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 4495/2017 είχε ως αποτέλεσμα να εξαιρούνται από την κατεδάφιση κτίσματα για τα οποία η Δικαιοσύνη είχε ήδη διαπιστώσει ουσιαστικές παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Το ΣτΕ επισημαίνει ότι η νομοθετική ρύθμιση επέτρεπε ουσιαστικά τη διατήρηση ολόκληρου του κτιρίου όπως είχε κατασκευαστεί βάσει της ακυρωθείσας άδειας, παρότι είχαν εντοπιστεί παραβάσεις ουσιαστικών πολεοδομικών κανόνων.

Κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, αυτή η πρακτική ισοδυναμούσε στην πράξη με έμμεση και αυτόματη αναβίωση οικοδομικών αδειών που είχαν ακυρωθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις.

Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διάκριση των εξουσιών και την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης.

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, η γενική νομοθετική «θεραπεία» τέτοιων υποθέσεων αποδυνάμωνε ουσιαστικά το αποτέλεσμα των δικαστικών αποφάσεων, καθώς αφαιρούσε από τη Διοίκηση την υποχρέωση να χαρακτηρίζει τα επίμαχα κτίσματα αυθαίρετα και να προχωρά στις προβλεπόμενες ενέργειες.

Νέα πολεοδομική κρίση αντί για γενική τακτοποίηση

Το νέο δεδομένο που δημιουργείται είναι σαφές: όταν μια οικοδομική άδεια έχει ακυρωθεί αμετάκλητα από δικαστήριο για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους, το κτίσμα δεν μπορεί πλέον να «σώζεται» αυτομάτως μέσω μιας γενικής ρύθμισης τακτοποίησης.

Η νόμιμη διατήρηση μπορεί να εξεταστεί μόνο μέσα από νέα πολεοδομική αξιολόγηση, με βάση τα πραγματικά χαρακτηριστικά της κατασκευής, τη νομοθεσία που ισχύει και τα ειδικά δεδομένα κάθε περίπτωσης.

Η απόφαση πλήττει ευθέως τη λογική των οριζόντιων ρυθμίσεων που επιχειρούν να θεραπεύσουν εκ των υστέρων πολεοδομικές παραβάσεις χωρίς εξατομικευμένο έλεγχο.

Το ΣτΕ υπενθυμίζει ουσιαστικά ότι η προστασία του περιβάλλοντος και η πολεοδομική νομιμότητα δεν μπορούν να υποχωρούν κάθε φορά που ο νομοθέτης επιχειρεί να νομιμοποιήσει καταστάσεις που έχουν ήδη κριθεί παράνομες από τα δικαστήρια.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η αναφορά στην υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Όταν ένα δικαστήριο ακυρώνει μια οικοδομική άδεια, η διοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την απόφαση σαν να μην έχει πρακτικό αποτέλεσμα.

Η μέχρι σήμερα ρύθμιση, σύμφωνα με το ΣτΕ, είχε ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα: επέτρεπε τη διατήρηση του κτίσματος παρά την ακύρωση της άδειας, αποδυναμώνοντας έτσι στην πράξη την ίδια τη δικαστική κρίση.

Οι αποφάσεις 1182 και 1183/2026 δημιουργούν πλέον νέο τοπίο για ιδιοκτήτες, μηχανικούς και πολεοδομικές υπηρεσίες, καθώς όσες υποθέσεις εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία δεν μπορούν να θεωρούνται αυτομάτως τακτοποιημένες.

Για τους πολίτες που είχαν ενεργήσει καλόπιστα, η εξέλιξη δημιουργεί αναμφίβολα σοβαρό πρόβλημα, καθώς μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με συνέπειες για μια άδεια που αρχικά είχε εκδοθεί από την ίδια τη Διοίκηση.

Το ΣτΕ, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η προστασία της καλής πίστης δεν μπορεί να φτάνει στο σημείο να ακυρώνει το αποτέλεσμα μιας δικαστικής απόφασης ούτε να παρακάμπτει τις συνταγματικές επιταγές για την πολεοδομία και το περιβάλλον.

Η νέα απόφαση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τα όρια της νομοθετικής πρακτικής των διαδοχικών «τακτοποιήσεων», που για χρόνια χρησιμοποιήθηκαν ως εύκολη λύση σε σύνθετα πολεοδομικά προβλήματα.

Το μήνυμα του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι πλέον ξεκάθαρο: μια οικοδομική άδεια που ακυρώθηκε από τη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να επανέρχεται στη ζωή από το παράθυρο μιας γενικής νομοθετικής ρύθμισης.