«Ναι» στις εξορύξεις, «όχι» στην υποτέλεια: Σφοδρή επίθεση Νατσιού για τη συμφωνία της κυβέρνησης
Η τοποθέτηση του Δημήτρη Νατσιού για τη συμφωνία της κυβέρνησης με την κοινοπραξία Chevron - Hellenic Energy δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα αντιπολιτευτική παρέμβαση. Αποτυπώνει μια συνολική πολιτική καταγγελία για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίζεται ένα ζήτημα στρατηγικής σημασίας για το παρόν και το μέλλον της χώρας: την ενεργειακή της κυριαρχία. Πίσω από τους πανηγυρισμούς, τις μεγαλόστομες εξαγγελίες και τα επικοινωνιακά συνθήματα περί «νέας ενεργειακής εποχής», ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ βλέπει μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική. Βλέπει μια κυβέρνηση που επιχειρεί να παρουσιάσει ως εθνική επιτυχία μια συμφωνία με σοβαρά κενά, επικίνδυνες ασάφειες και όρους που, αντί να θωρακίζουν τη χώρα, την εκθέτουν ξανά σε εξαρτήσεις, αβεβαιότητες και πιέσεις από ξένα συμφέροντα.
Ο Δημήτρης Νατσιός αποδομεί ευθέως το κυβερνητικό αφήγημα ότι η Ελλάδα τάχα «ανεβαίνει πίστα» ενεργειακά και μετατρέπεται σε «ενεργειακό φρούριο». Κατά την ανάγνωσή του, η ρητορική αυτή δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα πολιτικό παραμύθι, προορισμένο να καλλιεργήσει προσδοκίες στον ελληνικό λαό, την ώρα που τα πραγματικά δεδομένα της συμφωνίας οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα. Διότι, όπως επισημαίνει, η ίδια η κυβέρνηση αποδέχεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 30 ότι το επενδυτικό εγχείρημα μπορεί να επηρεαστεί ή και να κλονιστεί από μελλοντικές γεωπολιτικές μεταβολές. Με άλλα λόγια, εκεί όπου η κυβέρνηση μιλά για σταθερότητα, ασφάλεια και εθνική αυτοπεποίθηση, το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υποχώρησης, αναθεώρησης ή κατάρρευσης υπό το βάρος διεθνών εξελίξεων.
Αυτό είναι και το πρώτο μεγάλο πολιτικό ζήτημα που αναδεικνύει η ΝΙΚΗ: ότι η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύτηκε από θέση εθνικής ισχύος, αλλά από θέση φοβικότητας και προσαρμογής. Ο πρόεδρος του κόμματος μιλά με σκληρή γλώσσα για αποδοχή όρων «με την ουρά στα σκέλια», θέλοντας να δείξει ότι πίσω από τη βιτρίνα της ισχυρής Ελλάδας κρύβεται μια βαθιά αμυντική και εξαρτημένη στρατηγική. Αν πράγματι η χώρα εισερχόταν σε μια νέα εποχή ενεργειακής κυριαρχίας, τότε η συμφωνία όφειλε να διασφαλίζει με απόλυτη σαφήνεια την υπεροχή των εθνικών συμφερόντων, την κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και την ανθεκτικότητα του εγχειρήματος απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Αντί γι’ αυτό, κατά τη ΝΙΚΗ, η κυβέρνηση αποδέχεται εκ των προτέρων ότι οι γεωπολιτικές «ψυχρότητες» της περιοχής μπορούν να τινάξουν στον αέρα όσα σήμερα παρουσιάζονται ως μεγαλεπήβολη επιτυχία.
Η δεύτερη βαριά αιχμή αφορά την οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Ο Δημήτρης Νατσιός υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση αποκρύπτει σκόπιμα το πραγματικό οικονομικό όφελος για τη χώρα. Και αυτή η κατηγορία δεν είναι δευτερεύουσα. Διότι σε κάθε σύμβαση εκμετάλλευσης εθνικού πλούτου το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: ποιος ωφελείται πραγματικά και σε ποιο βαθμό; Πόσα θα εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία, ποια θα είναι η ανταποδοτικότητα για την κοινωνία, ποια η ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, ποιο το μερίδιο του Δημοσίου απέναντι στους επενδυτές; Όταν αυτά τα ερωτήματα μένουν χωρίς καθαρές απαντήσεις, τότε η υποψία ότι κάτι αποκρύπτεται δεν είναι πολιτική υπερβολή, αλλά εύλογη ανησυχία. Η ΝΙΚΗ, μέσα από την τοποθέτηση του προέδρου της, επιχειρεί να μεταφέρει ακριβώς αυτή την ανησυχία: ότι οι πολίτες καλούνται να χειροκροτήσουν μια συμφωνία χωρίς να γνωρίζουν με ακρίβεια τι πραγματικά κερδίζει η πατρίδα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική, κατά τον Δημήτρη Νατσιό, είναι η πρόβλεψη για τη φορολόγηση των κερδών μόνο αφού αφαιρεθούν επενδυτικά, λειτουργικά και διοικητικά έξοδα. Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ εγείρει ένα ουσιαστικό ζήτημα πολιτικής οικονομίας, που έχει επανειλημμένως ανακύψει διεθνώς σε παρόμοιες συμβάσεις: όταν το Δημόσιο εισπράττει αφού προηγουμένως αφαιρεθεί ένα ευρύ φάσμα εξόδων, τότε το τελικό φορολογητέο αποτέλεσμα μπορεί να περιοριστεί δραστικά, συρρικνώνοντας το όφελος για τη χώρα και διευρύνοντας το πεδίο λογιστικών χειρισμών από τις εταιρείες. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση εμφανίζει μια συμφωνία ως αναπτυξιακή τομή, αλλά ενδέχεται να έχει συναινέσει σε ένα μοντέλο όπου ο επενδυτής διασφαλίζει πρώτα τον εαυτό του και το ελληνικό Δημόσιο έρχεται τελευταίο στη διανομή των ωφελειών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του στην απουσία επαρκών ελεγκτικών μηχανισμών. Διότι ακόμη και η θεωρητικά καλύτερη σύμβαση μπορεί να αποδειχθεί άχρηστη, εάν το κράτος δεν διαθέτει την ικανότητα να ελέγχει, να επιβλέπει, να διασταυρώνει και να επιβάλλει κυρώσεις. Η ΝΙΚΗ θέτει εδώ ένα θεμελιώδες ερώτημα κρατικής επάρκειας: πώς μπορεί μια κυβέρνηση να διαβεβαιώνει ότι προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, όταν δεν έχει εξασφαλίσει ισχυρό μηχανισμό παρακολούθησης του έργου; Ποιος θα ελέγχει το πραγματικό κόστος, τα δηλωθέντα έξοδα, την πρόοδο των εργασιών, την τήρηση των όρων, τις περιβαλλοντικές και οικονομικές δεσμεύσεις; Εάν το κράτος είναι αδύναμο ή υποστελεχωμένο, τότε η σύμβαση δεν λειτουργεί υπέρ του έθνους, αλλά υπέρ εκείνων που έχουν τη δύναμη, τη γνώση και την επιρροή να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους.
Η ουσία της παρέμβασης Νατσιού συνοψίζεται σε μια βαρύνουσα πολιτική διαπίστωση: η Ελλάδα, αντί να χαράσσει εθνική ενεργειακή στρατηγική, «άγεται και φέρεται από ξένα συμφέροντα». Η φράση αυτή δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη συμφωνία. Αφορά ένα συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης, στο οποίο οι μεγάλες αποφάσεις δεν εντάσσονται σε ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο, αλλά προσαρμόζονται στις επιδιώξεις πολυεθνικών, στις ισορροπίες τρίτων δυνάμεων και στις πιέσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Για τη ΝΙΚΗ, το πρόβλημα δεν είναι οι εξορύξεις καθαυτές. Αντιθέτως, ο Δημήτρης Νατσιός ξεκαθαρίζει ότι το κόμμα λέει «ναι» στις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Αυτό όμως το «ναι» δεν είναι λευκή επιταγή. Δεν σημαίνει αποδοχή οποιασδήποτε συμφωνίας, οποιουδήποτε όρου, οποιασδήποτε παραχώρησης. Σημαίνει υποστήριξη μιας εθνικής αξιοποίησης του υπεδάφους, με όρους κυριαρχίας, διαφάνειας, δικαιοσύνης και ουσιαστικού οφέλους για τον ελληνικό λαό.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πολιτική διαχωριστική γραμμή που επιδιώκει να χαράξει ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ. Από τη μία πλευρά, μια κυβέρνηση που βαφτίζει «εθνική επιτυχία» μια συμφωνία αμφίβολης αντοχής και ασαφούς ανταποδοτικότητας. Από την άλλη, μια πατριωτική αντίληψη που δεν απορρίπτει την αξιοποίηση των εθνικών πόρων, αλλά αρνείται να τη δει να εξελίσσεται σε νέο πεδίο εξάρτησης και επιβολής. Η λέξη «αποικιακές συμφωνίες», την οποία χρησιμοποιεί ο Δημήτρης Νατσιός, δεν είναι τυχαία. Με αυτήν θέλει να περιγράψει συμβάσεις όπου η ξένη εταιρική ισχύς υπερισχύει του εθνικού σχεδιασμού, όπου το κράτος περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή και όπου τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται ενώ τα ρίσκα και οι γεωπολιτικές συνέπειες κοινωνικοποιούνται.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια περίοδο όπου η ενέργεια δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά θεμελιώδης παράγοντας εθνικής ασφάλειας, γεωπολιτικής ισορροπίας και κυριαρχικής αυτονομίας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή εύφλεκτη, με ανταγωνισμούς, αναθεωρητισμούς και διαρκείς πιέσεις. Σε τέτοιο περιβάλλον, κάθε ενεργειακή συμφωνία οφείλει να υπηρετεί πρώτα την πατρίδα και όχι να την εκθέτει σε νέες μορφές εξάρτησης. Το επιχείρημα της ΝΙΚΗΣ είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει ένα τόσο σοβαρό θέμα περισσότερο ως επικοινωνιακή ευκαιρία παρά ως ζήτημα εθνικής στρατηγικής. Προτιμά να παράγει εντυπώσεις αντί να λογοδοτεί για τους όρους, τις δεσμεύσεις, τους κινδύνους και τα ακριβή ανταλλάγματα.
Τελικά, η τοποθέτηση του Δημήτρη Νατσιού δεν περιορίζεται σε μια καταγγελία της συγκεκριμένης σύμβασης. Είναι μια συνολική αμφισβήτηση του κυβερνητικού μοντέλου άσκησης πολιτικής: ενός μοντέλου που παρουσιάζει ως θρίαμβο ό,τι μπορεί αύριο να αποδειχθεί εθνικά επισφαλές, που βαφτίζει ως στρατηγική ό,τι στην ουσία είναι προσαρμογή, και που ζητά από τον ελληνικό λαό να εμπιστευθεί αποφάσεις για τις οποίες δεν του παρέχει πλήρη, καθαρή και ειλικρινή εικόνα. Η ΝΙΚΗ, διά του προέδρου της, στέλνει το μήνυμα ότι η ενεργειακή αξιοποίηση της χώρας είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να γίνει με όρους υποτέλειας, αδιαφάνειας και αβεβαιότητας. Διότι μια χώρα δεν γίνεται ενεργειακή δύναμη με συνθήματα, ούτε θωρακίζεται με συμβάσεις που αφήνουν ανοιχτές κερκόπορτες. Γίνεται ισχυρή μόνο όταν διαθέτει εθνικό σχέδιο, θεσμική σοβαρότητα, διαπραγματευτική πυγμή και αταλάντευτη προσήλωση στο δημόσιο συμφέρον.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα