Υποστελέχωση στα νησιά: Η δύσκολη εξίσωση του ΕΣΥ ενόψει καλοκαιριού

Περιορισμένο αναμένεται και φέτος το ενδιαφέρον των γιατρών για μετακινήσεις στα νησιά, παρά τις προσκλήσεις και τα κίνητρα που προβάλλει η κυβέρνηση. Το πρόβλημα της στελέχωσης των δομών υγείας στη νησιωτική Ελλάδα παραμένει βαθύ και επαναλαμβανόμενο, καθώς το ιατρικό προσωπικό εξακολουθεί να αποφεύγει την υπηρεσία σε απομακρυσμένες περιοχές.

Η εικόνα δεν είναι νέα. Εδώ και χρόνια, το Εθνικό Σύστημα Υγείας δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες των νησιών, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, όταν ο πληθυσμός αυξάνεται λόγω τουρισμού και οι ανάγκες για ιατρική φροντίδα πολλαπλασιάζονται. Κάτοικοι και επισκέπτες βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με μεγάλες ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας να γίνεται δύσκολη ή αβέβαιη.

Το υπουργείο Υγείας παρακολουθεί με ανησυχία την ανταπόκριση των γιατρών στη νέα πρόσκληση μετακίνησης. Η επιφυλακτικότητα του ιατρικού κόσμου δεν είναι τυχαία, καθώς η εγκατάσταση σε νησιωτικές περιοχές συνοδεύεται από σοβαρά πρακτικά, οικονομικά και επαγγελματικά εμπόδια. Το υψηλό κόστος ζωής, η δυσκολία εύρεσης κατοικίας και η αίσθηση επιστημονικής απομόνωσης λειτουργούν αποτρεπτικά για πολλούς γιατρούς.

Το υψηλό κόστος ζωής και η έλλειψη κατοικίας

Ένας από τους βασικούς λόγους που οι γιατροί δεν επιλέγουν τη νησιωτική χώρα είναι το κόστος διαβίωσης. Η ζωή στα νησιά εκτιμάται ότι είναι περίπου 30% ακριβότερη σε σχέση με τις μεγάλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, γεγονός που καθιστά δύσκολη την καθημερινή παραμονή ενός υγειονομικού, ειδικά όταν οι αποδοχές του δεν επαρκούν για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες.

Το στεγαστικό ζήτημα αποτελεί ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο. Τα διαθέσιμα σπίτια προς ενοικίαση είναι λίγα, ενώ τα ενοίκια παραμένουν υψηλά. Σε πολλές περιοχές, οι ιδιοκτήτες προτιμούν τη βραχυχρόνια μίσθωση, καθώς τα έσοδα είναι πολλαπλάσια σε σχέση με μια μακροχρόνια ενοικίαση σε γιατρό, δάσκαλο, καθηγητή ή άλλο δημόσιο λειτουργό που καλείται να υπηρετήσει στο νησί.

Η ηγεσία του υπουργείου Υγείας υποστηρίζει ότι σε αρκετά νησιά έχουν διαμορφωθεί κατοικίες για τους υγειονομικούς που θα μετακινηθούν. Παρ’ όλα αυτά, η ανησυχία για τις πραγματικές συνθήκες διαμονής παραμένει ισχυρή. Ο μισθός ενός γιατρού, σε πολλές περιπτώσεις, δεν αρκεί για την κάλυψη των βασικών εξόδων σε ένα τουριστικό νησί, όπου οι τιμές σε ενοίκια, μετακινήσεις και βασικά αγαθά είναι αισθητά αυξημένες.

Άγνωστο παραμένει αν η νέα πρόσκληση για περίπου 50 νησιά θα προσελκύσει τελικά ικανό αριθμό γιατρών. Στα κίνητρα περιλαμβάνεται και πρόσθετο μπόνους 1.500 ευρώ από τον επιχειρηματία Στέλιο Χατζηϊωάννου, ωστόσο μένει να φανεί αν το ποσό αυτό μπορεί να αντισταθμίσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γιατροί όταν καλούνται να εγκατασταθούν μόνιμα ή για μεγάλο διάστημα σε νησιωτικές περιοχές.

Υπερεφημέρευση και εξάντληση του ιατρικού προσωπικού

Πέρα από το κόστος ζωής, καθοριστικός αποτρεπτικός παράγοντας είναι και τα εξαντλητικά ωράρια. Οι ελλείψεις προσωπικού στις νησιωτικές μονάδες υγείας οδηγούν συχνά τους γιατρούς σε συνεχή εφημεριακή επιβάρυνση. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι γιατροί καλούνται να βρίσκονται στο νοσοκομείο ή στο κέντρο υγείας για περισσότερες από τις μισές ημέρες του μήνα, προκειμένου να καλυφθούν τα περιστατικά.

Η πραγματικότητα αυτή έχει προκαλέσει επανειλημμένες αντιδράσεις από τον κλάδο. Πρόσφατα, ανάλογη εικόνα αναδείχθηκε μέσα από τις καταγγελίες νεαρής παιδιάτρου που είχε μετακινηθεί στη Σάμο, επιβεβαιώνοντας ότι η υπερεργασία και η πίεση των εφημεριών αποτελούν σοβαρούς λόγους αποθάρρυνσης για τους γιατρούς που εξετάζουν το ενδεχόμενο να υπηρετήσουν στα νησιά.

Το πρόβλημα της καταστρατήγησης του ωραρίου των γιατρών παραμένει χρόνιο. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα όρια εργασίας για τους υγειονομικούς, όμως στην πράξη αυτά συχνά ξεπερνιούνται λόγω των σοβαρών ελλείψεων προσωπικού στο ΕΣΥ. Οι γιατροί υπερεφημερεύουν, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε σωματική και ψυχική εξάντληση.

Η Οδηγία 2003/88/ΕΚ, την οποία έχει ενσωματώσει και η Ελλάδα, προβλέπει μέγιστο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 48 ωρών κατά μέσο όρο, ελάχιστη συνεχή ανάπαυση 11 ωρών ανά 24ωρο και αδιάλειπτη εβδομαδιαία ανάπαυση 24 ωρών μαζί με τις 11 ώρες ημερήσιας ανάπαυσης. Παράλληλα, οι εφημερίες ετοιμότητας υπολογίζονται ως χρόνος εργασίας, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή και την εθνική νομοθεσία.

Ωστόσο, η εφαρμογή των κανόνων αυτών αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη στις νησιωτικές δομές, όπου το διαθέσιμο προσωπικό δεν επαρκεί. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των νοσοκομειακών γιατρών, όπως η ΟΕΝΓΕ και η ΕΙΝΑΠ, καταγγέλλουν συστηματικά την υπερεργασία, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες αυτές οδηγούν τον κλάδο σε οριακή κατάσταση.

Η επιστημονική απομόνωση και οι δεσμεύσεις παραμονής

Σημαντικό ρόλο στην άρνηση πολλών γιατρών να μετακινηθούν στα νησιά παίζει και η αίσθηση επιστημονικής απομόνωσης. Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι η υπηρεσία σε μικρές και απομακρυσμένες μονάδες υγείας περιορίζει την επαγγελματική τους εξέλιξη, μειώνει την επαφή τους με σύνθετα περιστατικά και απομακρύνει τη δυνατότητα συμμετοχής σε επιστημονικές δραστηριότητες, εκπαιδεύσεις και νοσοκομειακές ομάδες υψηλής εξειδίκευσης.

Η επιλογή μόνιμου διορισμού σε απομακρυσμένη περιοχή συνοδεύεται από υποχρεωτική παραμονή τουλάχιστον πέντε ετών. Η δέσμευση αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά για γιατρούς που δεν θέλουν να αποκοπούν για μεγάλο διάστημα από μεγάλα νοσοκομεία, πανεπιστημιακά κέντρα ή ευρύτερα δίκτυα επαγγελματικής εξέλιξης.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η χρονική δέσμευση για όσους λάβουν το μπόνους των 1.500 ευρώ από το Ίδρυμα Χατζηϊωάννου, καθώς σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται παραμονή επτά ετών. Το κίνητρο, επομένως, συνοδεύεται από μια πολυετή υποχρέωση, η οποία για αρκετούς γιατρούς μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη σε σχέση με το οικονομικό όφελος.

Η δυσκολία κάλυψης των θέσεων στα νησιά αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τα διαρθρωτικά προβλήματα του δημόσιου συστήματος υγείας. Τα οικονομικά κίνητρα, όσο χρήσιμα και αν είναι, δεν φαίνεται να επαρκούν όταν δεν συνοδεύονται από λύσεις στη στέγαση, ανθρώπινα ωράρια, επαρκή στελέχωση, επιστημονική υποστήριξη και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης.

Το ζητούμενο για το υπουργείο Υγείας είναι αν μπορεί να διαμορφώσει ένα συνολικό πλαίσιο που θα καθιστά ελκυστική και βιώσιμη την υπηρεσία στη νησιωτική Ελλάδα. Χωρίς τέτοια παρέμβαση, ο κίνδυνος είναι να επαναληφθεί και φέτος το γνωστό σκηνικό: κενές θέσεις, εξαντλημένοι γιατροί, ανεπαρκής κάλυψη και πολίτες που αναζητούν ιατρική φροντίδα σε περιοχές όπου το ΕΣΥ παραμένει υποστελεχωμένο.