2 Ιουλίου 2026

ΝΑΤΟ: Πίεση Τραμπ στους συμμάχους για αμυντικές δαπάνες 5%

Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα προμηνύεται δύσκολη, καθώς το μήνυμα της Ουάσινγκτον προς τους συμμάχους για τις αμυντικές δαπάνες είναι σαφές και πιεστικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν από τα κράτη-μέλη να τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στη Χάγη και να κινηθούν σε μια «αξιόπιστη πορεία» προς αμυντικές δαπάνες που θα φτάνουν το 5% του ΑΕΠ.

Τη γραμμή αυτή διατύπωσε ο πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, σε ενημέρωση προς τους δημοσιογράφους, στέλνοντας ουσιαστικά προειδοποίηση στους Ευρωπαίους συμμάχους ότι η πολιτική συμφωνία δεν αρκεί πλέον. Η Ουάσινγκτον ζητά πραγματική δημοσιονομική προσαρμογή, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και αυξημένη συμμετοχή στο βάρος της συλλογικής άμυνας.

Οι χώρες της Συμμαχίας καλούνται τώρα να αποτιμήσουν την πρόοδο που έχουν σημειώσει μετά τη δέσμευση που υιοθετήθηκε στην περσινή Σύνοδο στην Ολλανδία. Εκεί συμφωνήθηκε η σταδιακή αύξηση των αμυντικών και συναφών αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ. Όλοι οι σύμμαχοι, με εξαίρεση την Ισπανία, έχουν δεσμευθεί να πετύχουν τον νέο στόχο έως το 2035.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική υπόσχεση και άλλο η ψήφιση προϋπολογισμών που την υπηρετούν. Η Τσεχία αποτελεί το πιο πρόσφατο παράδειγμα χώρας που ενέκρινε εθνικό προϋπολογισμό με περιορισμένη πρόοδο στις αμυντικές δαπάνες, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις δηλώσεις στις συνόδους κορυφής και στις πραγματικές δημοσιονομικές αποφάσεις.

Η πίεση των ΗΠΑ και το χάσμα στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις

Η Πολωνία παραμένει στην πρώτη θέση μεταξύ των συμμάχων ως προς τις αμυντικές δαπάνες σε ποσοστό του ΑΕΠ, διαθέτοντας το 4,3%. Παράλληλα, όλοι οι σύμμαχοι έχουν πλέον ξεπεράσει το προηγούμενο όριο του 2%, με τον Καναδά να είναι ο τελευταίος που έφτασε αυτό το επίπεδο. Το νέο όριο του 5%, όμως, αλλάζει πλήρως την κλίμακα των απαιτήσεων.

Η περίπτωση της Αλβανίας δείχνει πόσο πολιτικά ευαίσθητο έχει γίνει το ζήτημα. Η κυβέρνηση στα Τίρανα δήλωσε στο Reuters ότι ολοκληρώνει τα απαραίτητα δημοσιονομικά μέτρα για να ευθυγραμμίσει τις αμυντικές και σχετικές με την άμυνα δαπάνες της για το 2026. Παρ’ όλα αυτά, τα σχέδια για Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στα Τίρανα το 2027 έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ ανέφεραν στο Reuters ότι η αντίσταση της κυβέρνησης Τραμπ και η δυσαρέσκεια κρατών-μελών για τις χαμηλές αμυντικές δαπάνες της Αλβανίας έχουν δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα. Η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι, αν η Συμμαχία πραγματοποιήσει Σύνοδο στην Αλβανία ενώ οι δαπάνες της παραμένουν χαμηλές, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να αντιδράσει έντονα, προκαλώντας αρνητικούς τίτλους και νέα ένταση στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.

Οι διαφωνίες δεν περιορίζονται μόνο στις αμυντικές δαπάνες. Ζητήματα όπως το Ιράν και η Γροιλανδία έχουν επιβαρύνει περαιτέρω τη διατλαντική σχέση, αυξάνοντας την αμηχανία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Παρά τις εντάσεις, υπάρχει κοινή παραδοχή ότι η ενίσχυση της άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας παραμένει κεντρική προτεραιότητα για τη Συμμαχία.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ έχει υπογραμμίσει ότι η ανακατανομή ευθυνών στο εσωτερικό της Συμμαχίας αποτελεί βασικό όρο για τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η Ευρώπη και ο Καναδάς επενδύουν περισσότερους πόρους και αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο στη συμβατική άμυνα, σε μια προσπάθεια να μειωθεί η μονομερής εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το «ΝΑΤΟ 3.0» και η θέση της Ελλάδας

Η νέα κατανομή ευθυνών αποτυπώνεται και στη δομή διοίκησης της Συμμαχίας. Η Ευρώπη αναμένεται να έχει την ηγεσία και των τριών Κοινών Διοικήσεων Δυνάμεων, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ηγούνται των τριών διοικήσεων κατά κλάδο. Η αλλαγή αυτή παρουσιάζεται ως βήμα προς μια πιο ισχυρή και βιώσιμη διατλαντική συμμαχία, με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στο επιχειρησιακό βάρος.

Ο Μαρκ Ρούτε περιέγραψε αυτή τη μετάβαση ως κίνηση προς μια ισχυρότερη Ευρώπη μέσα σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ, κάνοντας λόγο για «ΝΑΤΟ 3.0». Η διατύπωση δείχνει ότι η Συμμαχία επιχειρεί να περάσει σε νέα φάση, όπου οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θα περιορίζονται σε πολιτική στήριξη, αλλά θα καλούνται να σηκώσουν σαφώς μεγαλύτερο οικονομικό και στρατιωτικό βάρος.

Η Ελλάδα εμφανίζεται σε διαφορετική θέση σε σχέση με αρκετούς Ευρωπαίους συμμάχους, καθώς διαχρονικά δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα. Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι η χώρα ξεπερνά πλέον το 3%, επικαλούμενος τις ιδιαίτερες γεωγραφικές και γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Η αναφορά αυτή παραπέμπει άμεσα στο περιβάλλον ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και στις διαρκείς απαιτήσεις αποτροπής.

Το πολιτικό ζήτημα, όμως, παραμένει βαρύ. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ σημαίνει τεράστια δημοσιονομική πίεση για τα κράτη-μέλη, ιδίως για χώρες με κοινωνικές ανάγκες, δημόσιο χρέος και πιεσμένους προϋπολογισμούς. Η απαίτηση των ΗΠΑ μετατρέπει την άμυνα σε κεντρικό άξονα της οικονομικής πολιτικής, περιορίζοντας τα περιθώρια για κοινωνικές δαπάνες και αναπτυξιακές παρεμβάσεις.

Οι αμυντικές δαπάνες, με βάση τα κριτήρια του ΝΑΤΟ, δεν περιορίζονται στην αγορά όπλων. Περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων, τους μισθούς του προσωπικού, την εκπαίδευση, τα λειτουργικά έξοδα, την αγορά και τον εκσυγχρονισμό οπλικών συστημάτων, τη συντήρηση στρατιωτικών υποδομών και την έρευνα και ανάπτυξη στον αμυντικό τομέα.

Στο νέο πλαίσιο εντάσσονται επίσης δαπάνες που σχετίζονται με την προστασία κρίσιμων υποδομών, την κυβερνοάμυνα και τη στρατιωτική κινητικότητα. Έτσι, ο νέος στόχος του 5% δεν είναι μια απλή λογιστική αύξηση, αλλά μια συνολική αναδιάταξη προτεραιοτήτων για τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ.

Η Σύνοδος της Άγκυρας θα δείξει αν οι σύμμαχοι είναι έτοιμοι να μετατρέψουν τις δεσμεύσεις τους σε πραγματικά κονδύλια ή αν θα επιχειρήσουν να κερδίσουν χρόνο απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις. Το βέβαιο είναι ότι η νέα γραμμή Τραμπ μεταφέρει το βάρος από τις διακηρύξεις στις πράξεις και ανοίγει μια δύσκολη συζήτηση για το ποιος πληρώνει, πόσο πληρώνει και με ποιο πολιτικό κόστος τη νέα φάση της διατλαντικής ασφάλειας.