21 Δεκεμβρίου 2024

Ο χρόνος τελειώνει για την Ευρώπη

Με τον Ντόναλντ Τραμπ έτοιμο να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο σε λίγες εβδομάδες και την οικονομία στην Ευρώπη να κλυδωνίζεται από την αβεβαιότητα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου, το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η ευρωπαϊκή οικονομία δεν αντιμετωπίζει απλώς ρωγμές, αλλά κινδυνεύει σοβαρά με κατάρρευση.

Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα, η τεχνολογική υστέρηση και η απειλή νέων δασμών από τις ΗΠΑ ενδέχεται να επιδεινώσουν την ήδη δύσκολη κατάσταση.

Η οικονομία της Γηραιάς Ηπείρου έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως λόγω της επέκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς ανατολάς και της ισχυρής ζήτησης για τα προϊόντα της από την Ασία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, καθώς η μακρόχρονη ανάπτυξη της Κίνας φθίνει και οι εμπορικές εντάσεις με την Ουάσινγκτον θολώνουν την εικόνα του διατλαντικού εμπορίου, η περίοδος ευημερίας φαίνεται να φθίνει.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν αναμένεται να ανακάμψει σύντομα, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να μειώνει την πρόβλεψή της για το 2025 στο 1,1%. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία «εξακολουθούν να παραμένουν στο τραπέζι».

Με το ΑΕΠ να αναμένεται να αυξηθεί κατά μόλις 0,8% στην ευρωζώνη φέτος, ξεπερνώντας τον ρυθμό ανάπτυξης του 2023 (0,4%), η απόδοση αυτή απέχει πολύ από το 3,4% του 2022.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη παρουσίασε αύξηση, επιστρέφοντας πάνω από τον στόχο του 2% τον Νοέμβριο, μετά από μια μικρή υποχώρηση το φθινόπωρο στο 1,8%.

Οι οικονομικές πιέσεις στην Ευρώπη θα μπορούσαν να ενταθούν το επόμενο έτος, καθώς η εκλογή Τραμπ προδιαγράφει σφιχτότερες εμπορικές σχέσεις και αυστηρότερη πίεση για μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες από τις χώρες του ΝΑΤΟ. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα και να πυροδοτήσει πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές.

Η πολιτική κρίση σε Γερμανία και Γαλλία επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις. Ο Γερμανός καγκελάριος, Όλαφ Σολτς, έχασε την ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ στη Γαλλία, η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει μετά από την έγκριση προσωρινού δημοσιονομικού νόμου.

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι η αδυναμία της Ευρώπης να ανταποκριθεί στις σύγχρονες τεχνολογικές προκλήσεις. Παρά την πλούσια ιστορία καινοτομιών, η ΕΕ έχει χάσει τη δυναμική της στον τομέα της τεχνολογίας, με τις αμερικανικές εταιρείες να επενδύουν περισσότερα σε έρευνα και ανάπτυξη και να προηγούνται στην παραγωγικότητα.

Η απουσία καινοτομίας είναι φανερή, και αν η Ευρώπη δεν αναλάβει άμεση δράση για να αναστρέψει αυτή την πορεία, το κοινωνικό της μοντέλο ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο, όπως προειδοποίησε η Κριστίν Λαγκάρντ.

Επιπλέον, η πιθανή επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και η επιβολή δασμών στις εισαγωγές από την Ευρώπη μπορεί να πλήξουν σημαντικά τη βιομηχανία της Γηραιάς Ηπείρου, καθώς οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, με ετήσιες εξαγωγές που ξεπερνούν τα 500 δισ. ευρώ.

Στο μεταξύ, η Γερμανία, η οποία συμβάλλει σημαντικά στις ευρωπαϊκές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, φαίνεται να αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα, με τη μετάβαση σε πιο ακριβές μορφές ενέργειας και τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας αυτοκινήτων. Η οικονομία της έχει συρρικνωθεί κατά 5%, και το έλλειμμα καθίσταται δύσκολο να ανακτηθεί λόγω των προβλημάτων στον ενεργειακό τομέα και τη μεταποίηση.

Ωστόσο, υπάρχει μια αχτίδα αισιοδοξίας. Ο Maximilian Uleer της Deutsche Bank ανέφερε ότι η πολιτική αβεβαιότητα στη Γερμανία ίσως οδηγήσει σε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και να αναζωογονήσουν την οικονομία.

Ετικέτες: