Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ

ΑΘΗΝΑ

ΑΚΡΙΒΗ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

ΑΣΠΑΣΙΑ

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

ΔΙΑΜΑΝΤΩ

ΔΙΩΝΗ

ΔΩΔΩΝΗ

ΕΛΠΙΝΙΚΗ

ΕΡΑΣΜΙΑ

ΕΡΑΤΩ

ΕΥΤΕΡΠΗ

ΘΑΛΕΙΑ

ΘΕΑΝΩ

ΘΕΟΝΥΜΦΗ

ΙΗΣΟΥΣ

ΙΣΜΗΝΗ

ΚΑΛΛΙΡΟΗ

ΚΑΛΛΙΣΤΗ

ΚΛΕΙΩ

ΚΛΕΟΝΙΚΗ

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

ΚΟΡΑΛΙΑ

ΜΑΝΤΩ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

ΜΑΡΙΑΝΘΗ

ΜΕΛΕΤΙΟΣ

ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ

ΜΟΣΧΩ

ΟΥΡΑΝΙΑ

ΠΑΝΔΩΡΑ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

ΠΟΛΥΝΙΚΗ

ΠΟΛΥΤΙΜΗ

ΡΑΛΛΗΣ

ΡΑΛΛΙΑ

ΣΑΠΦΩ

ΣΥΜΕΩΝ

ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ

ΧΑΙΔΩ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ

1 Σεπτεμβρίου 2026

Οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο για να πληρώνονται λιγότερο – Το εργασιακό ναυάγιο της χώρας

Περισσότερες ώρες εργασίας, πολύ χαμηλότερη παραγωγικότητα και αποδοχές που παραμένουν αισθητά κάτω από τα επίπεδα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτή είναι η βασική αντίφαση που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά εργασίας και γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η σύγκριση επικεντρώνεται σε κλάδους όπου απασχολείται μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού.

Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα και εστίαση αποτυπώνουν με ιδιαίτερη καθαρότητα το ελληνικό πρόβλημα. Ο εργαζόμενος στην Ελλάδα μπορεί να περνά σημαντικά περισσότερες ώρες στη δουλειά από έναν συνάδελφό του στη Γερμανία ή στη Γαλλία, χωρίς αυτή η επιπλέον εργασία να μετατρέπεται σε αντίστοιχα υψηλότερη οικονομική αξία.

Τα στοιχεία που συγκεντρώνει και επεξεργάζεται το Greece in Figures, αξιοποιώντας δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, καταγράφουν ένα ιδιαίτερα μεγάλο χάσμα στις ώρες απασχόλησης, στην παραγωγικότητα και τελικά στους μισθούς.

Περίπου 405 ώρες περισσότερης εργασίας από τον μέσο Ευρωπαίο

Στους συγκεκριμένους κλάδους, ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα απασχολείται περίπου 2.047,7 ώρες τον χρόνο. Πρόκειται για χρόνο που αντιστοιχεί σχεδόν σε 256 πλήρη οκτάωρα μέσα σε μία χρονιά.

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι εντυπωσιακή. Στην Ισπανία η μέση ετήσια απασχόληση βρίσκεται στις 1.703,8 ώρες, στη Γαλλία στις 1.561,9 ώρες και στη Γερμανία στις 1.302,7 ώρες. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στις 1.642,9 ώρες.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα βρίσκεται στη δουλειά περίπου 405 ώρες περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο στην ΕΕ, δηλαδή περισσότερα από 50 επιπλέον οκτάωρα μέσα σε έναν χρόνο.

Η απόσταση από τη Γερμανία είναι ακόμη μεγαλύτερη και φτάνει περίπου τις 745 ώρες ετησίως. Ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει, συνεπώς, πολύ περισσότερο, όμως αυτό δεν αρκεί για να καλυφθεί το χάσμα στην οικονομική αξία που παράγεται.

Το βασικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν η σύγκριση μεταφέρεται από τον συνολικό χρόνο εργασίας στην παραγωγή που αντιστοιχεί σε κάθε ώρα.

Στην Ελλάδα, το ΑΕΠ που παράγεται ανά ώρα εργασίας στους συγκεκριμένους κλάδους υπολογίζεται περίπου στα 24,3 ευρώ. Στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσό φτάνει τα 45,71 ευρώ, στη Γαλλία τα 65,9 ευρώ και στη Γερμανία τα 72,91 ευρώ.

Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στα 53,15 ευρώ ανά ώρα, δηλαδή υπερδιπλάσια οικονομική αξία σε σχέση με την Ελλάδα.

Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ένδειξη μικρότερης προσπάθειας ή χαμηλότερης ικανότητας των εργαζομένων στην Ελλάδα. Τα δεδομένα για τις ώρες απασχόλησης δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: οι Έλληνες παραμένουν περισσότερες ώρες στην εργασία τους.

Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στις συνθήκες παραγωγής, στην τεχνολογία, στην οργάνωση, στον εξοπλισμό και συνολικά στο επιχειρηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να εργαστεί ο κάθε εργαζόμενος.

Η χαμηλή παραγωγικότητα μεταφέρεται απευθείας στους μισθούς

Το παραγωγικό χάσμα αποτυπώνεται έντονα και στις αμοιβές. Στους ίδιους κλάδους, η μέση ωριαία αμοιβή στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου στα 9,3 ευρώ.

Στην Ισπανία φτάνει τα 23,6 ευρώ, στη Γαλλία τα 33,7 ευρώ και στη Γερμανία τα 36,1 ευρώ. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στα 24,9 ευρώ ανά ώρα.

Η διαφορά είναι τεράστια. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος στις ωριαίες αποδοχές ξεπερνά κατά περισσότερο από δυόμισι φορές το αντίστοιχο ελληνικό επίπεδο.

Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: περισσότερες ώρες εργασίας, χαμηλότερη παραγωγικότητα ανά ώρα και μικρότερες δυνατότητες για ουσιαστικά υψηλότερες αμοιβές.

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, επομένως, δεν λύνεται με ακόμη περισσότερες ώρες δουλειάς. Η παραγωγικότητα εξαρτάται από πολύ περισσότερους παράγοντες από τη διάρκεια παραμονής του εργαζομένου στον χώρο εργασίας.

Σε μία μικρή εμπορική επιχείρηση, για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος μπορεί να χρειάζεται να ασχολείται ο ίδιος με παραγγελίες, αποθήκη, τιμολόγηση, πελάτες, προμηθευτές και σειρά διοικητικών διαδικασιών.

Σε μία μεγαλύτερη και περισσότερο οργανωμένη ευρωπαϊκή επιχείρηση, σημαντικό μέρος αυτών των εργασιών πραγματοποιείται αυτόματα μέσω σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων, εξειδικευμένου λογισμικού και καλύτερης κατανομής εργασιών.

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται στα ξενοδοχεία, στις επιχειρήσεις εστίασης, στα λογιστικά γραφεία και γενικότερα στον τομέα των υπηρεσιών.

Η παραγωγικότητα συνδέεται με το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε κάθε θέση εργασίας, με την τεχνολογία, την ποιότητα του εξοπλισμού, την οργάνωση της επιχείρησης, την κατάρτιση του προσωπικού, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και τις οικονομίες κλίμακας.

Σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρά μειονεκτήματα.

Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να επενδύσουν σημαντικά ποσά σε σύγχρονη τεχνολογία, αυτοματισμούς, λογισμικό και παραγωγικό εξοπλισμό.

Παράλληλα, το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά την πολυετή οικονομική κρίση δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως.

Για πολλά χρόνια οι επενδύσεις σε εξοπλισμό, νέες τεχνολογίες, έρευνα, ανάπτυξη και ψηφιακά εργαλεία παρέμειναν κάτω από τα επίπεδα που απαιτούνταν για να αυξηθεί ουσιαστικά η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Η ψηφιοποίηση έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία χρόνια, όμως η απόσταση από τις πλέον παραγωγικές ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένει μεγάλη. Η γρήγορη εξάπλωση των αυτοματισμών και της τεχνητής νοημοσύνης κινδυνεύει να διευρύνει ακόμη περισσότερο αυτή τη διαφορά εάν δεν ακολουθήσουν αντίστοιχες επενδύσεις.

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η ίδια η σύνθεση της ελληνικής οικονομίας. Τουρισμός, εστίαση, εμπόριο και υπηρεσίες δημιουργούν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας και αποτελούν βασικούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι συγκεκριμένοι κλάδοι, ωστόσο, εμφανίζουν κατά κανόνα χαμηλότερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο σε σύγκριση με κλάδους περισσότερο κεφαλαιουχικούς, τεχνολογικά προηγμένους και εξαγωγικούς.

Το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα δεν είναι να ζητήσει από τους εργαζομένους να παραμένουν ακόμη περισσότερες ώρες στη δουλειά. Είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε κάθε ώρα εργασίας να παράγει μεγαλύτερη οικονομική αξία. Χωρίς επενδύσεις, τεχνολογία, καλύτερη οργάνωση, μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες και αναβάθμιση δεξιοτήτων, το παραγωγικό χάσμα με την Ευρώπη θα παραμένει ανοιχτό και μαζί του θα παραμένει ανοιχτό και το χάσμα στους μισθούς.