10 Σεπτεμβρίου 2026

Πιερρακάκης κατά αντιπολίτευσης: «Δεν κυβερνάς με υποσχέσεις που δεν βγαίνουν»

Σαφές μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να ανοίξει νέο κύκλο παροχών χωρίς δημοσιονομικό αντίκρισμα έστειλε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε διακαναλική συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη βιβλιοθήκη της ΕΣΗΕΑ προς περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Ο υπουργός παρουσίασε τον βασικό σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής για την επόμενη περίοδο, επιμένοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να επιστρέψει σε πρακτικές υπερβολικών υποσχέσεων και δημοσιονομικών αποκλίσεων.

Στη συνέντευξη συμμετείχαν οι τηλεοπτικοί σταθμοί STAR Κεντρικής Ελλάδας, IONIAN TV, ENA Channel Καβάλας και ΚΡΗΤΗ TV.

Κεντρική θέση στην τοποθέτηση Πιερρακάκη είχε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην οικονομική πολιτική και στις εκλογικές ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης.

«Το εκλογικό ημερολόγιο δεν πρέπει να καθορίζει το οικονομικό και κοινωνικό ημερολόγιο της χώρας», τόνισε, επιχειρώντας να βάλει φρένο στις προσδοκίες για νέες παροχές όσο πλησιάζουν οι επόμενες εθνικές εκλογές.

Τα 2,2 δισ. της ΔΕΘ και το φρένο σε νέες εξαγγελίες

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση στη ΔΕΘ φτάνουν συνολικά τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ στη διετία η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, όπως υποστήριξε, διαμορφώνεται στα 4 δισ. ευρώ.

Ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί υπεύθυνη οικονομική πολιτική την ανακοίνωση μέτρων που υπερβαίνουν τα πραγματικά διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια.

Κατά τον ίδιο, ανάλογες πρακτικές στο παρελθόν συνέβαλαν στις μεγάλες οικονομικές ανισορροπίες που πλήρωσε ακριβά η χώρα.

Υπενθύμισε ακόμη ότι σε περιόδους έκτακτων διεθνών κρίσεων η κυβέρνηση διέθεσε περίπου 800 εκατ. ευρώ για την κάλυψη άμεσων αναγκών, παρουσιάζοντας το συγκεκριμένο ποσό ως παράδειγμα στοχευμένης παρέμβασης μέσα στα δημοσιονομικά όρια.

Ο υπουργός επιχείρησε παράλληλα να συγκρίνει την ελληνική εικόνα με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Επικαλέστηκε τη συμμετοχή του στο Eurogroup και σημείωσε ότι, ενώ η Ελλάδα διαθέτει περιθώριο επιστροφής 2,2 δισ. ευρώ στους πολίτες, πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναγκάζονται να αυξήσουν φόρους ή να περιορίσουν δαπάνες για να συγκρατήσουν τα ελλείμματά τους.

Η κυβερνητική αυτή επιχειρηματολογία επιχειρεί να αναδείξει τη δημοσιονομική πειθαρχία ως βασικό πολιτικό πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα, όμως, παραμένει ανοικτό το κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής επίδρασης των μέτρων στην καθημερινότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής και η πίεση στα εισοδήματα εξακολουθούν να απασχολούν έντονα τα νοικοκυριά.

Ο ίδιος ο υπουργός αναγνώρισε ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην πραγματική εμπειρία των πολιτών, σημειώνοντας ότι οι αριθμοί έχουν αξία μόνο εφόσον μεταφράζονται σε βελτίωση της οικονομίας και της κοινωνίας.

Βολές στην αντιπολίτευση, τεκμαρτό και επόμενη ημέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Κυριάκος Πιερρακάκης απέναντι στις οικονομικές προτάσεις της αντιπολίτευσης και ειδικότερα στις εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα.

Σχολιάζοντας την πρόθεση του πρώην πρωθυπουργού να αποστείλει το πρόγραμμά του στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο για κοστολόγηση, ο υπουργός απάντησε ότι η κυβέρνηση ήδη γνωρίζει ποια θα είναι η εικόνα, καθώς, όπως είπε, «ξέρουμε να μετράμε».

Υποστήριξε ακόμη ότι κάθε επιπλέον μη χρηματοδοτούμενη εξαγγελία μεταφράζεται τελικά σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση για τους πολίτες.

Στο ίδιο πλαίσιο, εξαπέλυσε βολές και κατά των προτάσεων για μεγαλύτερη φορολόγηση του πλούτου, υποστηρίζοντας ότι ιστορικά τέτοιες δεσμεύσεις καταλήγουν συχνά σε επιβάρυνση της μεσαίας τάξης.

Ο υπουργός συμπύκνωσε το πολιτικό δίλημμα που θέτει η κυβέρνηση στη φράση «Πρόοδος ή περιπέτεια ξανά», τασσόμενος υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης και εκφράζοντας επιφυλάξεις για τα πολυκομματικά σχήματα συνεργασίας.

Κατά τον ίδιο, παραδείγματα από την Ευρώπη δείχνουν ότι τέτοιες κυβερνήσεις μπορούν να λειτουργούν πιο αργά στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων.

Στο μέτωπο της φορολογίας, ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε στις διορθώσεις που προωθούνται στο σύστημα τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Όπως σημείωσε, αφαιρούνται οι παράμετροι του 10% του κόστους προσωπικού και του 5% του τζίρου επί του ΚΑΔ, ικανοποιώντας, κατά την κυβέρνηση, ένα πάγιο αίτημα της αγοράς.

Η συγκεκριμένη διόρθωση έρχεται έπειτα από έντονη κριτική που είχε δεχθεί το τεκμαρτό σύστημα, καθώς επαγγελματικοί φορείς είχαν επανειλημμένα καταγγείλει ότι ο οριζόντιος τρόπος υπολογισμού δημιουργούσε άδικες επιβαρύνσεις.

Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στη μόνιμη ετήσια ενίσχυση των 400 ευρώ προς τους συνταξιούχους και στην επιστροφή ενοικίων, παρουσιάζοντας τα μέτρα ως τμήμα της συνολικής πολιτικής στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ενεργειακό κόστος, επαναλαμβάνοντας τον στόχο για μείωσή του κατά 30%.

Όπως υποστήριξε, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω προσωρινών επιδοτήσεων, αλλά μέσα από μόνιμες υποδομές, αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες και ενίσχυση των διεθνών ηλεκτρικών διασυνδέσεων.

Στο μέτωπο των επενδύσεων και της επόμενης ημέρας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, ο Κυριάκος Πιερρακάκης εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς τη διατήρηση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κοντά στο 2% και μετά το 2027.

Παρουσίασε την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων ως βασικό πυλώνα της κυβερνητικής στρατηγικής και αναφέρθηκε στην εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τη Euronext ως παράδειγμα διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα.

Κατά τον υπουργό, το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η αξιοποίηση του αναπτυξιακού δυναμικού της περιφέρειας και η κινητοποίηση περισσότερων ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε η οικονομία να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Διαβεβαίωσε ακόμη ότι έργα του Ταμείου Ανάκαμψης τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη θα μπορέσουν να μεταφερθούν ομαλά στο Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων.

Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να παρουσιάσει μια εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας, επενδυτικής συνέχειας και περιορισμού των προεκλογικών υποσχέσεων. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, παραμένει η ίδια: κατά πόσο η ανάπτυξη, τα πλεονάσματα και οι εξαγγελίες των δισεκατομμυρίων θα μεταφραστούν σε ουσιαστική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της καθημερινότητας των πολιτών.