ΠΟΕΔΗΝ: Μισθοί 800-1.500 ευρώ και κύμα φυγής από το ΕΣΥ

Στα επίπεδα των 800 έως 1.500 ευρώ καθαρά κινούνται οι μηνιαίες αποδοχές νέων γιατρών και εργαζομένων στο Πανεπιστημιακό και Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η ΠΟΕΔΗΝ. Οι χαμηλοί μισθοί, σε συνδυασμό με τις εξαντλητικές βάρδιες και τη συνεχή υποστελέχωση, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που απομακρύνει τους επαγγελματίες από το δημόσιο σύστημα υγείας.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ενόψει των κυβερνητικών εξαγγελιών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τονίζοντας ότι το ΕΣΥ δεν μπορεί να στηριχθεί με λόγια, αποσπασματικές παρεμβάσεις και επικοινωνιακές αναφορές περί «αναβάθμισης», όταν οι εργαζόμενοι βιώνουν καθημερινά οικονομική πίεση και επαγγελματική εξάντληση.

Η εικόνα που περιγράφει η ΠΟΕΔΗΝ είναι βαριά. Μετά την περίοδο της πανδημίας, αντί το δημόσιο σύστημα υγείας να ενισχυθεί ουσιαστικά, τα νοσοκομεία εξακολουθούν να λειτουργούν με ελλείψεις, υπερβολικά ωράρια και προσωπικό που καλείται να καλύψει κενά πέρα από τις αντοχές του.

Η συρρίκνωση του προσωπικού στα νοσοκομεία

Τα στοιχεία για την πορεία του προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία δείχνουν τη σταδιακή αποδυνάμωση του συστήματος. Τον Ιούλιο του 2019 υπηρετούσαν 60.000 μόνιμοι και 15.000 έκτακτοι εργαζόμενοι, δηλαδή συνολικά 75.000.

Τον Οκτώβριο του 2021, στην κορύφωση της πανδημίας, το προσωπικό είχε αυξηθεί σε 60.718 μόνιμους και 33.316 έκτακτους, φτάνοντας συνολικά τους 94.034 εργαζομένους. Η ενίσχυση εκείνη, όμως, δεν παγιώθηκε ως μόνιμη θωράκιση του ΕΣΥ.

Τον Αύγουστο του 2025, οι μόνιμοι εργαζόμενοι είχαν περιοριστεί σε 56.100 και οι έκτακτοι σε 31.200, με το σύνολο να διαμορφώνεται στους 87.300. Η τρέχουσα εκτίμηση κάνει λόγο για 56.500 μόνιμους και 30.900 έκτακτους, δηλαδή περίπου 87.400 εργαζομένους.

Η μείωση του προσωπικού μετά την πανδημική κρίση αποδίδεται, σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, στις δυσμενείς συνθήκες εργασίας, στα υπερβολικά ωράρια και στη συχνή καταστρατήγηση των θεσμοθετημένων περιόδων ανάπαυσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα ΕΣΥ που ζητά όλο και περισσότερα από λιγότερους ανθρώπους.

Μισθοί που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής

Οι αποδοχές των υγειονομικών κρίνονται ανεπαρκείς απέναντι στο σημερινό κόστος διαβίωσης. Για νέους γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους εργαζομένους, οι μισθοί των 800 έως 1.500 ευρώ καθαρά δεν επαρκούν για να καλύψουν βασικές ανάγκες, ιδιαίτερα όταν συνυπολογίζονται ενοίκια, μετακινήσεις και οικογενειακές υποχρεώσεις.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των νοσηλευτών. Για πλήρες κυκλικό ωράριο, που περιλαμβάνει μέσα στον μήνα 7 νυχτερινές βάρδιες, 7 απογευματινές, 7 πρωινές και εργασία σε 3 αργίες, η πρόσθετη οικονομική αποζημίωση δεν ξεπερνά τα 100 ευρώ.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί αυξάνονται οι οικειοθελείς αποχωρήσεις και γιατί νέοι επαγγελματίες υγείας εμφανίζονται απρόθυμοι να ενταχθούν στο δημόσιο σύστημα. Όταν η εργασία στα νοσοκομεία συνδυάζει μεγάλη ευθύνη, σωματική και ψυχική καταπόνηση, χαμηλές αποδοχές και περιορισμένη προοπτική βελτίωσης, το ΕΣΥ παύει να είναι ελκυστικός εργασιακός χώρος.

Η ΠΟΕΔΗΝ υπογραμμίζει ότι η ΔΕΘ αποτελεί κρίσιμο πεδίο αποφάσεων. Οι εργαζόμενοι στα δημόσια νοσοκομεία δεν ζητούν γενικές διαβεβαιώσεις, αλλά ουσιαστικά μέτρα για μισθολογική αναβάθμιση, προσλήψεις, καλύτερες συνθήκες εργασίας και σεβασμό στα όρια αντοχής του προσωπικού.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους εργαζομένους. Αφορά και τους ασθενείς. Ένα υποστελεχωμένο και εξαντλημένο νοσοκομείο δεν μπορεί να προσφέρει την ποιότητα περίθαλψης που έχει ανάγκη η κοινωνία. Η απαξίωση του προσωπικού μεταφέρεται τελικά στη λειτουργία των κλινικών, στις αναμονές, στις βάρδιες και στην καθημερινή εικόνα των δημόσιων νοσοκομείων.

Η κυβέρνηση καλείται στη ΔΕΘ να απαντήσει με πραγματικές αποφάσεις και όχι με ακόμη μία περιγραφή προθέσεων. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση των ανθρώπων που κρατούν όρθιο το ΕΣΥ, η δημόσια υγεία θα συνεχίσει να αποδυναμώνεται, ενώ οι επαγγελματίες της θα αναζητούν αξιοπρεπέστερες συνθήκες αλλού.