27 Αυγούστου 2026

Πόλεμος Κόλπου: 145 δισ. ευρώ το κόστος για την ΕΕ

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ΕΒΕΠ εκτιμά την οικονομική επιβάρυνση της ΕΕ από τον πόλεμο σε 145 δισ. ευρώ.
  • Ο ενεργειακός λογαριασμός για την ΕΕ ανέρχεται σε 85 δισ. ευρώ.
  • Η Ελλάδα επιβαρύνεται με κόστος περίπου 3 δισ. ευρώ.
  • Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε 2% το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Η οικονομική αναταραχή που προκάλεσε η πολεμική σύγκρουση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου αποτυπώνεται με αριθμούς στην ανασκόπηση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το πρώτο εξάμηνο της κρίσης εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 145 δισεκατομμύρια ευρώ.

Το ΕΒΕΠ, αξιοποιώντας δεδομένα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, τη Eurostat και την Ελληνική Στατιστική Αρχή, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τις οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης, έξι μήνες μετά την έναρξή της. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι η γεωπολιτική ένταση μεταφέρθηκε ταχύτατα από το πεδίο των μαχών στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας τις αγορές ενέργειας, τις θαλάσσιες μεταφορές, τον πληθωρισμό και την καταναλωτική δραστηριότητα.

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από το Επιμελητήριο ως μια νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, η οποία, αν και μικρότερης έντασης σε σύγκριση με την κρίση του 2022, ήταν αρκετά σοβαρή ώστε να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το τρέχον έτος.

Το ενεργειακό κόστος και οι επιπτώσεις του

Η πιο άμεση και ορατή επίπτωση της κρίσης ήταν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους. Ο περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε σημαντική άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, καυσίμων και φυσικού αερίου. Παρά την υποχώρηση από τα ακραία επίπεδα των πρώτων εβδομάδων, οι τιμές τον Ιούλιο παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες σε σχέση με την προπολεμική περίοδο.

Ο πρόσθετος ενεργειακός λογαριασμός για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το εξάμηνο υπολογίζεται σε περίπου 85 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για κεφάλαια που διοχετεύονται εκτός της ευρωπαϊκής οικονομίας για την αγορά ενέργειας σε υψηλότερες τιμές, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχη αύξηση των ποσοτήτων. Η στρατηγική της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από τους ρωσικούς αγωγούς μετά το 2022, στρεφόμενη προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο, έχει ενισχύσει την έκθεση της οικονομίας στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές και στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.

Η επιβάρυνση στην ανάπτυξη και ο πληθωρισμός

Η δεύτερη μεγάλη επίπτωση εντοπίζεται στην οικονομική ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2026, στο 1,1%, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι η σύγκρουση μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης εντός δύο ετών. Με βάση αυτές τις αναθεωρήσεις, το ΕΒΕΠ υπολογίζει ότι η απώλεια κύκλου εργασιών στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα της ΕΕ προσεγγίζει τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η επιβάρυνση αυτή αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων, όπως η υποχώρηση της κατανάλωσης, η αναβολή επενδυτικών σχεδίων, το αυξημένο κόστος παραγωγής και η μειωμένη ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Παράλληλα, ο πληθωρισμός παραμένει ένας σημαντικός κίνδυνος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προβλέπει ότι θα κορυφωθεί περίπου στο 3% κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, κυρίως λόγω της μετακύλισης των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα, τα τρόφιμα και τα αγροτικά προϊόντα. Η πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμάται σε περίπου 25 δισεκατομμύρια ευρώ, μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης και της αύξησης του λειτουργικού κόστους.

Μεταφορές, εφοδιαστική και δημοσιονομικό κόστος

Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις μεταφορές προσθέτουν ένα ακόμη σημαντικό βάρος. Το πρόσθετο κόστος, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 15 δισεκατομμύρια ευρώ, προκύπτει από τους υψηλότερους ναύλους, τα αυξημένα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, τις καθυστερήσεις και την ανάγκη διατήρησης μεγαλύτερων αποθεμάτων ασφαλείας. Επιπλέον, το δημοσιονομικό κόστος για τα κράτη-μέλη εκτιμάται επίσης σε 15 δισεκατομμύρια ευρώ, με τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινωθεί έως τον Μάιο να φτάνουν τα 14,5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά, το ΕΒΕΠ εκτιμά ότι η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση της ΕΕ ανέρχεται σε 145 δισεκατομμύρια ευρώ για το διάστημα από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τα τέλη Αυγούστου. Το ποσό αυτό, όπως διευκρινίζεται, δεν αποτελεί άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Παρέχει, ωστόσο, μια σαφή εικόνα για το μέγεθος του οικονομικού αντίκτυπου της εξάμηνης κρίσης.

Ο αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία

Για την Ελλάδα, το συνολικό κόστος του εξαμήνου εκτιμάται σε περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Από το ποσό αυτό, περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ αφορά τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατομμύρια ευρώ την απώλεια τζίρου, 500 εκατομμύρια ευρώ το κόστος μεταφορών και εφοδιασμού και 400 εκατομμύρια ευρώ τη δημοσιονομική επιβάρυνση. Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ, αλλά δεν προστίθεται αυτοτελώς στο συνολικό κόστος, καθώς μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.

Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο πληθωρισμός, παράλληλα, υποχώρησε από 3,9% τον Ιούνιο σε 2,7% τον Ιούλιο. Ωστόσο, η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να αυξάνει την πίεση ρευστότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η διπλή εικόνα της ναυτιλίας και οι φάσεις της κρίσης

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η ελληνική ναυτιλία, η οποία βιώνει μια διπλή πραγματικότητα. Η ακτοπλοΐα επηρεάζεται αρνητικά από τις υψηλότερες τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων, ενώ η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία ενδέχεται να επωφελείται από τους υψηλότερους ναύλους. Τα οφέλη αυτά, ωστόσο, συνυπάρχουν με αυξημένους κινδύνους, υψηλότερα ασφάλιστρα, ακριβότερα καύσιμα και μεγαλύτερη διάρκεια ταξιδιών. Το ΕΒΕΠ σημειώνει ότι τα ναυτιλιακά έσοδα δεν αντισταθμίζουν την επιβάρυνση που υφίστανται η βιομηχανία, το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η ανασκόπηση του Επιμελητηρίου διαχωρίζει την εξέλιξη του πολέμου σε έξι διακριτές φάσεις. Η πρώτη φάση, από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 16 Μαρτίου, χαρακτηρίστηκε από στρατιωτική κλιμάκωση και απότομη άνοδο του γεωπολιτικού κινδύνου. Η δεύτερη φάση, έως τα μέσα Απριλίου, σημαδεύτηκε από σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η τρίτη φάση, τον Μάιο, έφερε προσδοκίες αποκλιμάκωσης. Η τέταρτη φάση, από τον Ιούνιο έως τα μέσα Ιουλίου, επιβεβαίωσε τη διάρκεια της αβεβαιότητας. Η πέμπτη φάση, από τα μέσα Ιουλίου, σηματοδότησε νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Η έκτη φάση, τον Αύγουστο, βρίσκει την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας νέας μεγάλης διαταραχής.

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και αντιπρόεδρος της ASCAME, Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνει ότι ο πόλεμος έχει μετατραπεί από στρατιωτική σύγκρουση σε οικονομικό παράγοντα. Υπογραμμίζει την ανάγκη για ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και logistics hubs, με στόχο μια οικονομία λιγότερο εξαρτημένη από εισαγωγές. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η αβεβαιότητα απέκτησε τιμή, και η οικονομική ανθεκτικότητα μετατρέπεται πλέον σε βασική προϋπόθεση ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.