Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΑΒΒΑΤΙΟΣ

20 Σεπτεμβρίου 2026

Προκλητικές δηλώσεις Φιντάν: Τουρκικές δυνάμεις σε ετοιμότητα – Γνωστή η ισχύς της Τουρκίας

Η τουρκική πολεμική ρητορική έχει καταστεί, το τελευταίο διάστημα, καθημερινή πρακτική της Άγκυρας απέναντι στην Αθήνα. Ό,τι έως πρότινος αποτελούσε εξαίρεση —δηλώσεις αξιωματούχων περί «στρατιωτικοποίησης» των νησιών του Αιγαίου— έχει μετατραπεί σε πάγια γραμμή επικοινωνιακής πίεσης, με αποκορύφωμα τις σημερινές δηλώσεις του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας.

Το αφήγημα Φιντάν και η επίκληση των συνθηκών

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο NTV, επανέλαβε το γνωστό τουρκικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η Άγκυρα «δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση τη στρατιωτικοποίηση των νησιών που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς». Πρόκειται για επιχείρημα που η τουρκική πλευρά επικαλείται συστηματικά εδώ και χρόνια, αν και ερείδεται σε μια αυθαίρετη και ιστορικά προβληματική ερμηνεία των Συνθηκών της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947), οι οποίες ουδέποτε στέρησαν από την Ελλάδα το αναφαίρετο δικαίωμα της αυτοάμυνας, ιδίως εν μέσω διαρκούς τουρκικής αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.

Ο Φιντάν προχώρησε παραπέρα, αφήνοντας υπονοούμενα για ενέργειες που, όπως είπε, η Άγκυρα προτιμά να μην δημοσιοποιεί. «Για το θέμα αυτό έχουμε προβεί σε πολύ προσεκτικές και επίμονες ενέργειες. Πολλές φορές κάνουμε αυτές τις ενέργειες χωρίς να τις δημοσιοποιούμε. Η δημοσιοποίηση ορισμένων πραγμάτων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα περισσότερο στην Ελλάδα παρά σε εμάς», σημείωσε χαρακτηριστικά —μια φράση που, πέρα από το προφανές στοιχείο εκφοβισμού, αποκαλύπτει και τη γνώριμη τουρκική τακτική της γκρίζας ζώνης: πίεση χωρίς επίσημη κλιμάκωση, ώστε να διατηρείται πάντα η δυνατότητα διπλωματικής αποστασιοποίησης.

«Ειρήνη, όχι εξοπλισμοί»: η ρητορική της υποτιθέμενης μετριοπάθειας

Στη συνέχεια της τοποθέτησής του, ο Τούρκος υπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει την Άγκυρα ως τον παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή, αποδίδοντας στην ελληνική πλευρά προεκλογικές σκοπιμότητες. «Η περιοχή έχει ανάγκη από ειρήνη, όχι από εξοπλισμούς. Ο πόλεμος δεν είναι προς όφελος κανενός... Ωστόσο, στην Ελλάδα οι πολιτικοί επιμένουν σε αυτή τη στάση. Τώρα βλέπουμε ότι εκεί κινούνται προς ένα προεκλογικό κλίμα», ανέφερε, προσθέτοντας πως η τουρκική πλευρά «κοιτάζει τι συμβαίνει στην πράξη» σε επίσημο επίπεδο.

Πρόκειται για ρητορικό σχήμα που έχει ξαναδεί η ελληνική διπλωματία: η Τουρκία εμφανίζεται ως ο θιασώτης της ηρεμίας, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί σε καθημερινή βάση παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, αμφισβητήσεις της αιγιαλίτιδας ζώνης και ευθείες αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων επί νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Είναι ενδεικτικό ότι οι δηλώσεις Φιντάν έρχονται μόλις ημέρες μετά τις αναφορές περί μετακίνησης τουρκικών δυνάμεων κομάντο απέναντι από τη Σάμο, εξέλιξη που το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας είχε χαρακτηρίσει «επικοινωνιακή φούσκα», αλλά που δεν παύει να εντάσσεται στο ίδιο μοτίβο ψυχολογικής πίεσης.

Η «ευαισθησία» του τουρκικού στρατού ως έμμεση απειλή

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το σημείο όπου ο Φιντάν αναφέρθηκε στην κατάσταση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και της ακτοφυλακής. «Όσον αφορά αυτό το ζήτημα, τόσο οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις όσο και η διοίκηση της τουρκικής ακτοφυλακής βρίσκονται σε εξαιρετικά ευαίσθητη κατάσταση. Ελπίζουμε ότι κανείς εκεί δεν θα προχωρήσει σε κάποια παράτολμη ενέργεια. Ελπίζουμε ότι θα πράξουν ό,τι απαιτεί η ειρήνη και η ηρεμία», υπογράμμισε.

Η διατύπωση αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Παραπέμπει ευθέως σε γνωστά περιστατικά της πρόσφατης ελληνοτουρκικής ιστορίας —από τα Ίμια το 1996 έως επεισόδια αναχαίτισης και παρενόχλησης σκαφών στο Αιγαίο— όπου η Άγκυρα επικαλέστηκε πάντα «μεμονωμένες ενέργειες» χαμηλόβαθμων αξιωματούχων για να αποφύγει την πολιτική ευθύνη κλιμακώσεων που η ίδια είχε καλλιεργήσει. Η αναφορά σε «ευαίσθητη κατάσταση» λειτουργεί, στην πραγματικότητα, ως προειδοποίηση προς την Αθήνα: οτιδήποτε συμβεί στο πεδίο, θα είναι —υποτίθεται— αποτέλεσμα ελληνικών ενεργειών και όχι τουρκικού σχεδιασμού.

Το δίπολο «φιλίας» και προειδοποίησης

Χαρακτηριστική της τουρκικής διπλωματικής μεθόδου είναι και η αναφορά του Φιντάν σε «στενούς φίλους» μεταξύ ελλήνων πολιτικών. «Έχουμε στενούς φίλους μεταξύ των πολιτικών στην Ελλάδα και συζητάμε μαζί τους. Υπάρχει αυτό το πλαίσιο. Ωστόσο, επαναλαμβάνω ότι είμαστε ένα σοβαρό κράτος. Παρακολουθούμε τα ζητήματά μας με πολύ μεγάλη σοβαρότητα», δήλωσε, πριν καταλήξει με το πλέον αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του: «Ελπίζουμε ορισμένα από όσα λέγονται να παραμείνουν στο επίπεδο της ρητορικής και να περιοριστούν σε πολιτικές σκοπιμότητες. Αν υπάρξει πρόθεση να προχωρήσουν περαιτέρω και να προβούν σε τυχοδιωκτικές ενέργειες, τότε η σοβαρότητα και η ισχύς της Τουρκίας είναι γνωστές σε όλους».

Η φράση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Συνδυάζει τον γνώριμο συνδυασμό απειλής και υποτιθέμενης καλής θέλησης που χαρακτηρίζει τη σχολή Ερντογάν-Φιντάν στη διαχείριση των σχέσεων με την Ελλάδα: από τη μία «φιλία» και «διάλογος», από την άλλη υπαινιγμός για την «ισχύ» που όλοι, δήθεν, γνωρίζουν. Είναι η ίδια λογική που έχει εκφραστεί κατ' επανάληψη και από τον ίδιο τον Ταγίπ Ερντογάν, με αναφορές στο «μια νύχτα ξαφνικά» και σε γεωπολιτικά δικαιώματα που η Άγκυρα θεωρεί ότι της αναλογούν στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική απάντηση και το ευρύτερο πλαίσιο

Η ελληνική πλευρά δεν έμεινε αμέτοχη στις τελευταίες τουρκικές προκλήσεις. Το υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη απαντήσει σε προγενέστερες δηλώσεις Φιντάν, χαρακτηρίζοντας «οξύμωρο» το να μιλά η τουρκική πλευρά για απειλή, ενώ και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ιωάννης Χατζηβασιλείου, είχε υπογραμμίσει πρόσφατα ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, κατοχυρωμένο από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, κάνοντας λόγο για διαρκή τουρκική παρανομία στο ζήτημα αυτό.

Παράλληλα, η ελληνική πλευρά συνεχίζει να επενδύει στην ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, στο πλαίσιο του δόγματος της ενεργού άμυνας, ακριβώς επειδή η νομική βάση του δικαιώματος αυτοάμυνας δεν αμφισβητείται από καμία διεθνή συνθήκη· αντιθέτως, κατοχυρώνεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στο οποίο προσχωρεί και η ίδια η Τουρκία ως κράτος-μέλος του Οργανισμού.

Το ερώτημα του χρονισμού

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δηλώσεις Φιντάν έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνοτουρκική ατζέντα κινείται σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα: διερευνητικές επαφές, ζητήματα Ανατολικής Μεσογείου, η συνεχιζόμενη τουρκική αμφισβήτηση στο πλαίσιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», αλλά και εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και στις δύο χώρες. Η προσπάθεια της Άγκυρας να αποδώσει σε ελληνική «προεκλογική» σκοπιμότητα κάθε αμυντική ενίσχυση των νησιών αποτελεί πάγια τακτική αντιστροφής της αιτιότητας —μια μέθοδο που θυμίζει έντονα προηγούμενες περιόδους έντασης, όπου η Άγκυρα επιχειρούσε να εμφανίσει την ελληνική άμυνα ως αιτία και όχι ως συνέπεια της δικής της αναθεωρητικής πολιτικής.

Η ουσία παραμένει αμετάβλητη: όσο η Τουρκία επιμένει να αμφισβητεί το αυτονόητο δικαίωμα της Ελλάδας στην άμυνα των νησιών της, τόσο πιο επιτακτική καθίσταται η ανάγκη γι' ανάγνωση χωρίς αυταπάτες—με σοβαρότητα, νηφαλιότητα, αλλά και σταθερότητα απέναντι σε μια ρητορική που, όσο κι αν αλλάζει προσωπεία, παραμένει σε βάθος χρόνου η ίδια.

Ετικέτες: