Ψηφιακό σύστημα ιχνηλασιμότητας κατά των ελληνοποιήσεων

Σύνοψη Άρθρου

  • Σχεδιάζεται ολοκληρωμένο σύστημα ιχνηλασιμότητας για την καταπολέμηση των ελληνοποιήσεων.
  • Η διασταύρωση δεδομένων θα εντοπίζει αυτόματα παρατυπίες στην αγορά τροφίμων.
  • Οι έλεγχοι θα γίνουν στοχευμένοι με βάση ψηφιακό προφίλ κινδύνου.
  • Ο καταναλωτής θα μπορεί να επαληθεύει την προέλευση των προϊόντων.

Η ελληνική κυβέρνηση προχωρά σε μια ουσιαστική αλλαγή της στρατηγικής για την αντιμετώπιση των παράνομων ελληνοποιήσεων στον αγροδιατροφικό τομέα. Μέσω της συνεργασίας των υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σχεδιάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιχνηλασιμότητας που θα βασίζεται στη συστηματική ανάλυση δεδομένων. Η νέα αυτή προσέγγιση επιδιώκει να μεταφέρει τον έλεγχο από τις παραδοσιακές μεθόδους δειγματοληψίας και καταγγελιών σε ένα μοντέλο ψηφιακής παρακολούθησης, το οποίο θα μπορεί να εντοπίζει αυτόματα τις αποκλίσεις στην αγορά τροφίμων.

Το φαινόμενο της παράνομης ελληνοποίησης εισαγόμενων προϊόντων αποτελεί μια διαχρονική πληγή για την ελληνική αγορά. Δεν πρόκειται απλώς για μια εμπορική παρατυπία, αλλά για μια πρακτική που διαβρώνει τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού, υπονομεύει την οικονομική βιωσιμότητα των νόμιμων παραγωγών και πλήττει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Η φήμη της ποιότητας και της αυθεντικότητας, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής αγροδιατροφής, κινδυνεύει να απαξιωθεί από τέτοιες πρακτικές.

Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τόνισε ότι οι ελληνοποιήσεις δεν αποτελούν απλώς μια στρέβλωση της αγοράς, αλλά μια πρακτική που αδικεί τον Έλληνα παραγωγό, συμπιέζοντας το εισόδημά του και πλήττοντας την αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, όταν εισαγόμενες πατάτες, μέλι ή κρέας εμφανίζονται ως ελληνικά, χωρίς να είναι, ο παραγωγός που τηρεί τους κανόνες είναι πάντα ο μεγάλος χαμένος. Η νέα πρωτοβουλία, όπως εξήγησε, στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου μέσω της διασταύρωσης στοιχείων παραγωγής, πωλήσεων, εισαγωγών και εξαγωγών, ώστε να εντοπίζονται τυχόν παρατυπίες. Αν κάποιος δηλώνει συγκεκριμένη παραγωγή αλλά εμφανίζει δυσανάλογες πωλήσεις, τα συστήματα θα μπορούν να το εντοπίζουν, καθιστώντας τους ελέγχους πιο δίκαιους, στοχευμένους και αποτελεσματικούς.

Η διασφάλιση της αξιοπιστίας των προϊόντων αποκτά στρατηγική σημασία σε μια περίοδο που η ελληνική παραγωγή επιχειρεί να ενδυναμώσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές. Για τον καταναλωτή, η ένδειξη "ελληνικό προϊόν" συνδέεται με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τοπική παραγωγή και παραδοσιακές πρακτικές. Για τον παραγωγό, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προστιθέμενης αξίας. Η διακίνηση προϊόντων που εμφανίζονται ως ελληνικά χωρίς να είναι, διαβρώνει την ίδια την αξιοπιστία του συστήματος και προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην αγορά.

Το νέο μοντέλο ελέγχου δεν στηρίζεται στην αύξηση της γραφειοκρατίας ή στη δημιουργία νέων υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις. Αντιθέτως, φιλοδοξεί να αξιοποιήσει δεδομένα που ήδη υπάρχουν σε διάφορα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου, τα οποία μέχρι σήμερα παραμένουν κατακερματισμένα. Μέσω της διαλειτουργικότητας, οι βάσεις δεδομένων παραγωγής, εισαγωγών, εξαγωγών, τιμολογίων και εμπορικών συναλλαγών θα συνδέονται, δημιουργώντας μια δυναμική και ολοκληρωμένη εικόνα της διακίνησης κάθε προϊόντος στην αγορά.

Η ουσιαστική καινοτομία έγκειται στη μετάβαση από τον αποσπασματικό έλεγχο στη συστηματική πρόληψη. Αντί οι αρχές να αναζητούν εκ των υστέρων παραβάσεις, το σύστημα θα εντοπίζει αυτόματα ασυμβατότητες και ανισορροπίες, πριν ακόμη υπάρξει καταγγελία ή φυσικός έλεγχος. Η λογική είναι απλή: όταν τα διαθέσιμα δεδομένα δεν συμφωνούν μεταξύ τους, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός αξιολόγησης κινδύνου, ο οποίος κατευθύνει τους ελεγκτικούς πόρους εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα παρατυπίας.

Το παράδειγμα της αγοράς κρέατος αποτυπώνει με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος. Εάν ένας έμπορος αγοράζει τεκμηριωμένα 10.000 κιλά ελληνικού αρνιού από εγχώριους κτηνοτρόφους, αλλά εμφανίζεται να διαθέτει στην αγορά 25.000 κιλά "ελληνικού αρνιού", τότε το σύστημα μπορεί να διαπιστώσει αυτομάτως ότι η εξίσωση δεν ισορροπεί. Αν δεν προκύπτουν εισαγωγές ή άλλες νόμιμες πηγές προμήθειας που να δικαιολογούν τη διαφορά, η περίπτωση καταγράφεται ως υψηλού κινδύνου και προωθείται κατά προτεραιότητα για έλεγχο.

Η φιλοσοφία αυτής της προσέγγισης έχει ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού. Οι έλεγχοι δεν θα πραγματοποιούνται πλέον οριζόντια ή τυχαία, αλλά στοχευμένα, εκεί όπου οι πιθανότητες παρατυπίας είναι αυξημένες και οι επιπτώσεις στην αγορά μεγαλύτερες. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή "ψηφιακού προφίλ κινδύνου", μέσω του οποίου οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθύνονται πιο αποτελεσματικά.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το ίδιο το σύστημα θα εξελίσσεται όσο αυξάνεται ο όγκος και η ποιότητα των δεδομένων. Όσο περισσότερες πληροφορίες διασταυρώνονται, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ακρίβεια στην ανίχνευση αποκλίσεων και η δυνατότητα εντοπισμού σύνθετων μορφών απάτης. Η τεχνητή νοημοσύνη και η αλγοριθμική ανάλυση δεν θα υποκαθιστούν τον ανθρώπινο έλεγχο, αλλά θα λειτουργούν ως εργαλείο ιεράρχησης και προτεραιοποίησης.

Η δεύτερη διάσταση του σχεδίου αφορά τον ίδιο τον καταναλωτή. Η ιχνηλασιμότητα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως μηχανισμός ελέγχου της αγοράς, αλλά και ως εργαλείο διαφάνειας. Μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας ή εφαρμογής για κινητά, ο πολίτης θα μπορεί να επαληθεύει την προέλευση ενός προϊόντος, να ενημερώνεται για τον παραγωγό, τη μονάδα παραγωγής, την περιοχή προέλευσης και την παρτίδα στην οποία ανήκει το προϊόν που αγοράζει.

Η δυνατότητα αυτή ενδέχεται να αλλάξει ουσιαστικά τη σχέση του καταναλωτή με το τρόφιμο. Όσο αυξάνεται η σημασία που αποδίδουν οι καταναλωτές στην προέλευση και την ποιότητα των τροφίμων, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανάγκη για άμεση και αξιόπιστη ενημέρωση. Παράλληλα, δημιουργείται ένα αποτρεπτικό περιβάλλον για όσους επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη φήμη των ελληνικών προϊόντων μέσω παραποίησης ή ψευδών δηλώσεων.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που, αν εφαρμοστεί πλήρως, θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται ο έλεγχος στην αγορά τροφίμων, μετατοπίζοντας το βάρος από τον φυσικό έλεγχο στη διασταύρωση δεδομένων. Το εγχείρημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται την προστασία της παραγωγικής της ταυτότητας. Σε έναν διεθνή ανταγωνισμό όπου η αυθεντικότητα αποτελεί οικονομικό κεφάλαιο, η δυνατότητα τεκμηρίωσης της προέλευσης μπορεί να εξελιχθεί σε κρίσιμο εργαλείο εμπορικής υπεραξίας.

Η λογική του σχεδίου, όπως αποτυπώνεται από τον κυβερνητικό σχεδιασμό, είναι ότι η ελληνική αγροδιατροφή δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη φήμη που έχει ήδη κατακτήσει. Χρειάζεται μηχανισμούς που να αποδεικνύουν, με διαφάνεια και αξιοπιστία, ότι το προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή είναι πράγματι αυτό που δηλώνει πως είναι. Και για πρώτη φορά, η μάχη απέναντι στις ελληνοποιήσεις φαίνεται να μεταφέρεται από το πεδίο της υποψίας στο πεδίο της τεκμηρίωσης.