Σύνοψη Άρθρου
- Το 43% των συντάξεων στην Ελλάδα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, παρά τη δημοσιονομική πρόοδο.
- Το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της ΕΕ λειτουργεί χωρίς αποθεματικά, με δαπάνες αυξημένες κατά 183% από το 2000.
- Η μελέτη προτείνει μείωση διοικητικών δαπανών της ΕΕ κατά 5% για δημιουργία αποθεματικών 87 δισ. ευρώ.
- Η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα κρίνεται αναγκαία για τη βιωσιμότητα των συντάξεων.
Μια εκτενής ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) με τίτλο "Το Συνταξιοδοτικό Σύστημα στην Ελλάδα και την ΕΕ: Ένα Αναπτυξιακό Εργαλείο Χωρίς Εφαρμογή" φέρνει στο προσκήνιο τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συνταξιοδοτικά συστήματα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα εν λόγω συστήματα παραμένουν εγκλωβισμένα σε ένα αναδιανεμητικό μοντέλο, το οποίο αδυνατεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις αυξανόμενες πιέσεις που προκαλεί η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.
Το ελληνικό συνταξιοδοτικό: Πρόοδος και διαρθρωτικές αδυναμίες
Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα, η μελέτη του ΚΕΦΙΜ αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: ένα σημαντικό μέρος των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2025 εκτιμάται ότι το 57% των συντάξεων καλύπτεται από τις ασφαλιστικές εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 43% προέρχεται από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό. Παρότι η συμμετοχή της γενικής φορολογίας έχει μειωθεί κατά περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2021, η εξάρτηση από τον κρατικό προϋπολογισμό παραμένει σημαντική. Οι προβλέψεις για το 2029 κάνουν λόγο για κάλυψη του 62% των συνταξιοδοτικών δαπανών από εισφορές, γεγονός που υποδηλώνει μια θετική τάση, αλλά όχι ακόμη μια οριστική λύση στο διαρθρωτικό πρόβλημα.
Αξιοσημείωτη είναι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η Ελλάδα, η οποία το 2012 κατείχε την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την υψηλότερη δαπάνη, έχει υποχωρήσει στην τέταρτη θέση το 2023, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Η μείωση αυτή, της τάξης των 4,16 ποσοστιαίων μονάδων, αποτυπώνει τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι η βασική διαρθρωτική αδυναμία παραμένει, καθώς η χρηματοδότηση των συντάξεων δεν προέρχεται από αποταμιευμένα και επενδυμένα κεφάλαια, αλλά από την τρέχουσα φορολογία, με το κόστος μετάβασης σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα να παραμένει τεράστιο.
Το παράδοξο της ΕΕ: Σύστημα χωρίς αποθεματικά
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ ρίχνει φως σε μια λιγότερο γνωστή, αλλά εξαιρετικά κρίσιμη διάσταση: το συνταξιοδοτικό σύστημα των ίδιων των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί χωρίς αποθεματικά. Οι συντάξεις των πρώην υπαλλήλων της ΕΕ καταβάλλονται από τον τρέχοντα προϋπολογισμό, ακολουθώντας ένα μοντέλο που η ανάλυση χαρακτηρίζει ως "λανθασμένο ελληνικό μοντέλο των προηγούμενων δεκαετιών". Αυτή η πρακτική έχει οδηγήσει σε μια εκρηκτική αύξηση των σχετικών δαπανών. Συγκεκριμένα, οι πληρωμές για συντάξεις πρώην υπαλλήλων της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000-2024, από 580 εκατομμύρια ευρώ σε 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ (σε σταθερές τιμές).
Σήμερα, οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ απορροφούν το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998. Το 2024, μόλις το 21% αυτών των συντάξεων καλύφθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τους αναλυτές, ενισχύει την πίεση στον προϋπολογισμό και καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μια δημοσιονομικά διαχειρίσιμη μετάβαση προς ένα κεφαλαιοποιητικό μοντέλο.
Η λύση της κεφαλαιοποίησης και το παράθυρο ευκαιρίας
Παρά τη δυσμενή εικόνα, η μελέτη του ΚΕΦΙΜ εντοπίζει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 θα μπορούσε να επιτρέψει τη δημιουργία αποθεματικών ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων. Η επένδυση αυτών των κεφαλαίων στις διεθνείς χρηματαγορές, με βάση τις αποδόσεις αντίστοιχων διεθνών ταμείων (3%-7% ετησίως), θα μπορούσε να δημιουργήσει ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειώνοντας μόνιμα το βάρος στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μετάβαση σε ισχυρότερους κεφαλαιοποιητικούς πυλώνες δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ζήτημα ασφαλιστικής πολιτικής, αλλά μια κρίσιμη αναπτυξιακή επιλογή. Η αποταμίευση και η επένδυση των εισφορών μπορεί να μειώσει τη μελλοντική πίεση στους προϋπολογισμούς, να περιορίσει τη μετακύληση βαρών στις επόμενες γενιές και να ενισχύσει την παραγωγική βάση της οικονομίας. Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε χαρακτηριστικά: "Οι συνέπειες δεκαετιών αναβολής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας είναι πλέον ιδιαίτερα βαριές. Υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, επηρεάζουν το ύψος και τη βιωσιμότητα των συντάξεων και στερούν από την οικονομία πολύτιμους πόρους". Και πρόσθεσε: "Το βέβαιο είναι ότι η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, θα επιβάλει τις αλλαγές που αναβάλλονται. Και όσο περισσότερο καθυστερούμε, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος της μετάβασης για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τους φορολογούμενους".
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα