12 Μαΐου 2026

Σρέντερ, Πούτιν και Ουκρανία: Το παρασκήνιο μιας πρότασης που προκάλεσε αντιδράσεις

Αιφνιδιασμό στους ευρωπαίους ηγέτες προκάλεσε ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, προτείνοντας τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, ως πρόσωπο που θα μπορούσε να συντονίσει συνομιλίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση για μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία. Η πρόταση έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς ο Σρέντερ παραμένει μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην Ευρώπη, λόγω των στενών δεσμών του με τη Μόσχα και της στάσης του μετά τη ρωσική εισβολή.

Η κίνηση του Ρώσου προέδρου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ειρηνευτικές συνομιλίες ανάμεσα στο Κίεβο και τη Μόσχα, με αμερικανική στήριξη, είχαν ουσιαστικά κολλήσει. Την ίδια στιγμή, η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ με τον κινέζο πρόεδρο και η επικείμενη συνάντησή τους την Πέμπτη δημιουργούν νέα δεδομένα στο διεθνές σκηνικό, με πιθανές επιπτώσεις στις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η πρόταση Πούτιν και το μήνυμα προς την Ευρώπη

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, είχε δηλώσει πρόσφατα ότι θεωρεί εφικτή μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Ρωσία για το μέλλον της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ευρώπη. Ερωτηθείς ποιο πρόσωπο θα επιθυμούσε να δει στην έναρξη ενός τέτοιου διαλόγου με την Ευρώπη, ο Πούτιν υπέδειξε τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος υπηρέτησε ως καγκελάριος της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005 και διατήρησε στενή σχέση με το Κρεμλίνο μετά την αποχώρησή του από την εξουσία.

Μία ημέρα αργότερα, ο Ρώσος πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι ο τετραετής πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή του. Παράλληλα, δήλωσε διαθέσιμος για απευθείας συνομιλίες με τον ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, είτε στη Μόσχα είτε σε ουδέτερη χώρα.

Η διαθεσιμότητα αυτή συνοδεύτηκε από σαφή όρο. Μιλώντας μετά τους εορτασμούς για την Ημέρα της Νίκης, που σηματοδοτεί τη ρωσική νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας το 1945, ο Πούτιν ανέφερε ότι θα συναντούσε τον Ζελένσκι μόνο αφού θα είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως οι βασικοί όροι μιας ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ο αμφιλεγόμενος ρόλος του Γκέρχαρντ Σρέντερ

Ο 82χρονος πρώην ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος υπήρξε μία από τις κεντρικές πολιτικές προσωπικότητες της Γερμανίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ως καγκελάριος, έδωσε έμφαση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στη μείωση της ανεργίας, στη μεταρρύθμιση της οικονομίας, στη φιλελευθεροποίηση των νόμων περί ιθαγένειας και στον περιορισμό της πυρηνικής ενέργειας.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι σχέσεις Βερολίνου και Ουάσιγκτον δοκιμάστηκαν σοβαρά λόγω του πολέμου στο Ιράκ. Το 2003, η Γερμανία συντάχθηκε με τη Γαλλία και τη Ρωσία κατά της στρατιωτικής επέμβασης, προκαλώντας σημαντική ρήξη στις γερμανοαμερικανικές σχέσεις.

Μετά την αποχώρησή του από την καγκελαρία το 2005, ο Σρέντερ ανέλαβε σχεδόν αμέσως ηγετικό ρόλο σε γερμανορωσική κοινοπραξία για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου κάτω από τη Βαλτική Θάλασσα. Στη συνέχεια συνδέθηκε με σημαντικά ρωσικά ενεργειακά έργα, ανάμεσά τους οι αγωγοί Nord Stream, ενώ συμμετείχε και στο διοικητικό συμβούλιο της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft, από το οποίο αποχώρησε το 2022.

Παρά την απομάκρυνσή του από αυτή τη θέση, ο πρώην καγκελάριος συνέχισε να διατηρεί προσωπική εγγύτητα με τον Πούτιν, διαφοροποιούμενος από τη συντριπτική πλειονότητα των δυτικών ηγετών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η στάση του προκάλεσε έντονη κριτική στη Γερμανία, καθώς ο ίδιος ουδέποτε καταδίκασε δημόσια με σαφήνεια τη ρωσική επίθεση.

Η σχέση του με τον Ρώσο πρόεδρο είχε αποτυπωθεί ήδη από το 2004, όταν χαρακτήρισε τον Πούτιν «άψογο δημοκράτη», δηλώνοντας ότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως ο ηγέτης του Κρεμλίνου επιθυμούσε να οδηγήσει τη Ρωσία σε δημοκρατική κατεύθυνση, μέσα από προσωπική πεποίθηση.

Ο Σρέντερ είχε επίσης ασκήσει κριτική στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στην αποπομπή της από την Ομάδα των Οκτώ. Παράλληλα, είχε στηρίξει επιχειρήματα του Κρεμλίνου που συνέκριναν την προσάρτηση της Κριμαίας με την επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο το 1999, στην οποία η Γερμανία είχε συμμετάσχει κατά την περίοδο της δικής του καγκελαρίας.

Επιφυλάξεις από Βρυξέλλες και απόρριψη από το Βερολίνο

Η πρόταση Πούτιν προκάλεσε άμεση και επιφυλακτική αντίδραση στις Βρυξέλλες. Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι θα ήταν πολιτικά προβληματικό να δοθεί στη Ρωσία η δυνατότητα να επιλέξει ποιος θα διαπραγματευτεί εκ μέρους της ευρωπαϊκής πλευράς.

Η ίδια υπενθύμισε ότι ο Γκέρχαρντ Σρέντερ υπήρξε υψηλόβαθμος λομπίστας ρωσικών κρατικών εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι είναι απολύτως σαφές γιατί ο Πούτιν θα ήθελε να τον δει σε τέτοιο ρόλο. Κατά την Κάλας, μια τέτοια επιλογή θα επέτρεπε στη Μόσχα να έχει ουσιαστική επιρροή και στις δύο πλευρές του τραπεζιού.

Η Γερμανία απέρριψε την πρόταση του Ρώσου προέδρου. Σύμφωνα με το Reuters, γερμανός αξιωματούχος χαρακτήρισε την ιδέα αναξιόπιστη, επισημαίνοντας ότι η Ρωσία δεν έχει μεταβάλει καμία από τις βασικές της θέσεις.

Στο βιβλίο του Klare Worte, δηλαδή «Ευθύς Λόγος», ο Σρέντερ είχε αναφερθεί στη σχέση του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος υπηρέτησε ως πράκτορας της KGB στην τότε Ανατολική Γερμανία τη δεκαετία του 1980 και μιλά άπταιστα γερμανικά.

Ο πρώην καγκελάριος είχε γράψει ότι το σημαντικότερο στοιχείο μιας φιλίας είναι η κοινή γλώσσα. Ο ίδιος έχει δύο υιοθετημένα παιδιά από τη Ρωσία, ενώ η προσωπική του σχέση με τον Πούτιν, όπως φάνηκε και τα επόμενα χρόνια, συνέχισε να ενισχύεται, παρά τη βαθιά ρήξη ανάμεσα στη Δύση και τη Μόσχα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.