19 Οκτωβρίου 2026

Η Γαλλία πληρώνει το πολιτικό αδιέξοδο Μακρόν – Οργή στους δρόμους και ρήγματα στην εξουσία

Σε βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση έχει βυθιστεί η Γαλλία, με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν να βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις σοβαρότερες δοκιμασίες της σχεδόν δεκαετούς παραμονής του στο Ελιζέ. Οι μαζικές κινητοποιήσεις κατά της ακρίβειας, τα εκτεταμένα επεισόδια και η αδυναμία διαμόρφωσης σταθερών πολιτικών συμμαχιών αποτυπώνουν τα συσσωρευμένα αδιέξοδα της γαλλικής διακυβέρνησης.

Η πολιτική φθορά του Μακρόν επιταχύνεται σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος περιορίζει τις δυνατότητες οικονομικών παρεμβάσεων, ενώ η κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων. Η υπόσχεση πολιτικής ανανέωσης, με την οποία ο Γάλλος πρόεδρος αναδείχθηκε στην εξουσία το 2017, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα παρατεταμένο θεσμικό και κοινωνικό αδιέξοδο.

Καθοριστική καμπή αποτέλεσε η απόφαση διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης και προκήρυξης πρόωρων βουλευτικών εκλογών το 2024. Η επιλογή εκείνη οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κατακερματισμό, περιορίζοντας τη δυνατότητα του προεδρικού στρατοπέδου να προωθεί την πολιτική του.

Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters στις 19 Οκτωβρίου 2026, η νέα έκρηξη κοινωνικής δυσαρέσκειας αποκαλύπτει τις δυσκολίες ενός κράτους που καλείται να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις για δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνική προστασία και καλύτερο βιοτικό επίπεδο, την ώρα που τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν.

Τα επεισόδια του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου, με πυρπολήσεις δημόσιων κτιρίων, λεηλασίες επιχειρήσεων και εκτεταμένες καταστροφές σε πολλές γαλλικές πόλεις, ανέδειξαν και σοβαρά προβλήματα στον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας.

Οι βίαιες ενέργειες εκδηλώθηκαν στο περιθώριο μεγάλων κινητοποιήσεων με αιτήματα κατά του αυξημένου κόστους ζωής και της υποβάθμισης δημόσιων υπηρεσιών. Η έκταση των καταστροφών προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ενώ η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη τόσο με τις κοινωνικές διεκδικήσεις όσο και με την ανάγκη αποκατάστασης της δημόσιας τάξης.

Το φάντασμα των «Κίτρινων Γιλέκων» και η δημοσιονομική ασφυξία

Η σημερινή κατάσταση επαναφέρει μνήμες από το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» του 2018 και του 2019, το οποίο είχε προκαλέσει σοβαρή πολιτική κρίση και εκτεταμένες κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη Γαλλία.

Εκείνη την περίοδο, ο Μακρόν είχε επιχειρήσει να περιορίσει την κοινωνική πίεση προχωρώντας σε οικονομικές παραχωρήσεις και μέτρα στήριξης ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

Σήμερα, οι δυνατότητες αντίστοιχων παρεμβάσεων είναι αισθητά μικρότερες. Το αυξημένο δημόσιο χρέος, οι πιέσεις για περιορισμό των ελλειμμάτων και οι δυσκολίες έγκρισης του κρατικού προϋπολογισμού δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ασφυκτικό πλαίσιο.

Ο Γάλλος πρόεδρος βρίσκεται ανάμεσα στις απαιτήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής και στην αυξανόμενη κοινωνική ανάγκη για οικονομική ανακούφιση. Η αντίφαση αυτή ενισχύει την πολιτική αβεβαιότητα και προκαλεί προβληματισμό στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Παράλληλα, η διαχείριση των βίαιων επεισοδίων έχει προκαλέσει έντονους τριγμούς στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Οι λεηλασίες συνεχίστηκαν και τη δεύτερη νύχτα, επεκτεινόμενες ακόμη και σε εύπορες συνοικίες του Παρισιού.

Στο διάγγελμά του την Κυριακή 18 Οκτωβρίου, ο Μακρόν καταδίκασε τη βία και δεσμεύτηκε για αυστηρή αντιμετώπιση των δραστών, χωρίς να ανακοινώσει γενικευμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανακοίνωσε τη δυνατότητα επιβολής περιορισμένων και τοπικών απαγορεύσεων κυκλοφορίας, με στόχο την αποτροπή νέων επεισοδίων.

Την ίδια ώρα, ο υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιές υπέβαλε την παραίτησή του, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη για τις αστοχίες στην αντιμετώπιση των ταραχών.

Ο Μακρόν αρνήθηκε να την αποδεχθεί, ζητώντας τη συνέχιση της επιχειρησιακής διαχείρισης και τη διερεύνηση των προβλημάτων στον σχεδιασμό της αστυνομίας και των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η κυβερνητική απάντηση βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο, καθώς οι καταστροφές και οι αδυναμίες του μηχανισμού ασφαλείας εντείνουν την αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας της προεδρικής ηγεσίας.

Πρώην σύμμαχοι στρέφονται κατά Μακρόν – Στο τραπέζι ακόμη και η παραίτηση

Η αμφισβήτηση του Εμανουέλ Μακρόν επεκτείνεται πλέον πέρα από τα παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης, αγγίζοντας πρόσωπα που στο παρελθόν υπηρέτησαν ή υποστήριξαν την προεδρική παράταξη.

Ο πρώην βουλευτής Λοΐκ Κερβράν εξαπέλυσε δημόσια κριτική για την απόφαση διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης το 2024, χαρακτηρίζοντάς την μία από τις σοβαρότερες πολιτικές αστοχίες της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.

Με παρέμβασή του στην πλατφόρμα X, περιέγραψε το τελευταίο διάστημα της προεδρικής θητείας ως μια παρατεταμένη διαδικασία πολιτικής φθοράς.

Σφοδρή κριτική άσκησε και ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιθανούς διεκδικητές της προεδρίας στις εκλογές του 2027.

Ο Φιλίπ εξέφρασε την απογοήτευσή του για το προεδρικό διάγγελμα, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει ανάγκη από συγκεκριμένες αποφάσεις για την αποκατάσταση της τάξης και την αποτελεσματική άσκηση της διακυβέρνησης.

Η ένταση της κρίσης προκαλεί ανακατατάξεις και στην πολιτική αντιπολίτευση. Η Μαρίν Λεπέν και η Εθνική Συσπείρωση επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, την ασφάλεια και την κυβερνητική αστάθεια.

Η Λεπέν κατηγόρησε την κυβέρνηση για αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης, προβάλλοντας την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης ως κεντρική πολιτική προτεραιότητα.

Δημοσκοπικά στοιχεία που επικαλείται το Reuters καταγράφουν σημαντική απήχηση της Εθνικής Συσπείρωσης ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, χωρίς οι μετρήσεις αυτές να προδικάζουν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Ο πρώην βουλευτής του προεδρικού στρατοπέδου Ζαν-Μπατίστ Μορό εκτίμησε ότι η πολιτική κρίση δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για την αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι η διαρκής φθορά της κυβέρνησης ενισχύει τις πολιτικές της δυνατότητες.

Στο μεταξύ, η θέση του Εντουάρ Φιλίπ στον κεντρώο χώρο παραμένει σύνθετη, καθώς η προηγούμενη συμμετοχή του στη διακυβέρνηση Μακρόν δυσκολεύει την προσπάθεια πολιτικής διαφοροποίησης.

Παράλληλα, η παρουσία του Ζαν-Λικ Μελανσόν και της ριζοσπαστικής Αριστεράς προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στις πολιτικές ισορροπίες πριν από την προεδρική αναμέτρηση.

Η δημόσια εικόνα του Μακρόν επιβαρύνθηκε και από την παρουσία του, μαζί με τη σύζυγό του Μπριζίτ, σε συναυλία της Σελίn Ντιόν την Παρασκευή, λίγες ώρες πριν από την εκδήλωση των σοβαρών επεισοδίων.

Οι εικόνες που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσαν αντιδράσεις, με επικριτές του να υποστηρίζουν ότι η παρουσία του στη συναυλία ενίσχυσε την εντύπωση απόστασης της προεδρίας από την κοινωνική ένταση.

Πρόσθετες επικρίσεις προκάλεσε η απόφασή του να διατηρήσει την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Κουβέιτ, στο πλαίσιο περιοδείας σε χώρες του Κόλπου με ενεργειακή και διπλωματική ατζέντα.

Παρότι η συγκεκριμένη επίσκεψη είχε προγραμματιστεί για την προώθηση διεθνών συνεργασιών, πολιτικοί αντίπαλοι του Γάλλου προέδρου υποστήριξαν ότι όφειλε να παραμείνει στη χώρα κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Η συζήτηση για πρόωρη αποχώρησή του από την προεδρία έχει πλέον εμφανιστεί και σε κύκλους πρώην συνεργατών του. Ο Ζαν-Μπατίστ Μορό υποστήριξε ότι, σε επικοινωνία τους την Κυριακή, προέτρεψε τον Μακρόν να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας οργανωμένης παραίτησης ως διέξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο.

Ο ίδιος αναγνώρισε ότι ο Γάλλος πρόεδρος εμφανίζεται απρόθυμος να εγκαταλείψει τη θέση του πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του.

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη ένδειξη ότι ο Εμανουέλ Μακρόν σχεδιάζει να παραιτηθεί. Η συζήτηση αποτυπώνει, ωστόσο, την έκταση της πολιτικής πίεσης που δέχεται από διαφορετικές πλευρές.

Η Γαλλία εισέρχεται σε μια περίοδο ιδιαίτερα υψηλής αβεβαιότητας, με το κοινωνικό μέτωπο, τη δημοσιονομική κατάσταση και τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες να διαμορφώνουν ένα δύσκολο περιβάλλον διακυβέρνησης.

Για τον Μακρόν, το τελευταίο διάστημα πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027 αποτελεί κρίσιμη δοκιμασία πολιτικής αντοχής. Η αντιμετώπιση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και η δυνατότητα διαχείρισης της οικονομικής πίεσης θα καθορίσουν το πολιτικό κλίμα των επόμενων μηνών.