Τα «ήρεμα νερά» της υποχώρησης: Η Τουρκία θεσμοθετεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» και η Αθήνα μετρά αντιδράσεις
Τα «ήρεμα νερά» έγιναν άλλοθι αδράνειας απέναντι στην Τουρκία
Η Τουρκία δεν αιφνιδιάζει την Ελλάδα. Η Τουρκία κάνει αυτό που κάνει επί δεκαετίες: δοκιμάζει όρια, μετρά αντιδράσεις, μετατρέπει την αμφισβήτηση σε συνήθεια και τη συνήθεια σε διεκδίκηση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι κάνει η Άγκυρα. Το ερώτημα είναι τι δεν κάνει η Αθήνα.
Η υπόθεση του τουρκικού νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί ένα ακόμη διπλωματικό επεισόδιο. Αποτελεί πολιτική κλιμάκωση. Όταν ένα κράτος επιχειρεί να μετατρέψει ένα αναθεωρητικό δόγμα σε εσωτερικό νόμο, δεν εκπέμπει απλώς μήνυμα προς το εσωτερικό του ακροατήριο. Επιχειρεί να κατασκευάσει τετελεσμένα. Επιχειρεί να δώσει θεσμικό μανδύα σε αξιώσεις που συγκρούονται με τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, με το Δίκαιο της Θάλασσας και με την ίδια τη γεωγραφική πραγματικότητα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, η ελληνική κυβέρνηση περιορίζεται στη γνωστή γλώσσα της «ανησυχίας», των «διαύλων επικοινωνίας» και των «ήρεμων νερών». Πρόκειται για διπλωματικό λεξιλόγιο που θα είχε νόημα αν συνοδευόταν από καθαρές πράξεις εθνικής στρατηγικής. Όταν όμως επαναλαμβάνεται ως αυτοσκοπός, μετατρέπεται σε πολιτική υπεκφυγή. Τα ήρεμα νερά δεν είναι εθνική στρατηγική. Είναι συνθήκη. Και όταν η άλλη πλευρά ναρκοθετεί συστηματικά αυτά τα νερά, η εμμονή στην επικοινωνιακή ηρεμία καταλήγει να μοιάζει με ανοχή.
Η Τουρκία κλιμακώνει, η Αθήνα εξηγεί
Η Άγκυρα δεν κρύβει τις προθέσεις της. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν είναι δημοσιογραφική υπερβολή ούτε σύνθημα εθνικιστικών κύκλων. Είναι οργανωμένη αντίληψη ισχύος, που αμφισβητεί εμπράκτως θαλάσσιες ζώνες, δικαιώματα νησιών και την ίδια τη δυνατότητα της Ελλάδας να ασκήσει πλήρως όσα της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία δεν υπέγραψε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, επιμένει στο casus belli από το 1995 για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο και διατηρεί ανοιχτό ένα πλέγμα αμφισβητήσεων που εκτείνεται από την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ μέχρι τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες».
Η Αθήνα, αντί να απαντήσει με συστηματική αποτροπή, σαφείς κόκκινες γραμμές και ενεργητική αξιοποίηση όλων των νόμιμων δικαιωμάτων της, έχει επενδύσει υπερβολικά στην εικόνα της αποκλιμάκωσης. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επιτυχία τη διατήρηση του διαλόγου, ενώ η Τουρκία αξιοποιεί τον διάλογο ως χρόνο πολιτικής ωρίμανσης των δικών της αξιώσεων. Αυτό είναι το πρόβλημα. Όταν η μία πλευρά συνομιλεί για να διαχειριστεί την ένταση και η άλλη συνομιλεί για να προωθήσει σταδιακά τις αξιώσεις της, η ισορροπία είναι πλασματική.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στο να εξηγεί γιατί οι τουρκικές ενέργειες δεν παράγουν διεθνή έννομα αποτελέσματα. Αυτό είναι σωστό, αλλά ανεπαρκές. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνο από νομικά επιχειρήματα. Έχει ανάγκη από πολιτική βούληση. Το διεθνές δίκαιο προστατεύει τα κράτη που το επικαλούνται με συνέπεια και το υπηρετούν με πράξεις. Δεν προστατεύει όσους το χρησιμοποιούν ως ρητορικό καταφύγιο για να αποφεύγουν αποφάσεις.
Τα παλιά λάθη πληρώνονται στο παρόν
Η σημερινή κατάσταση δεν προέκυψε από το μηδέν. Η Ελλάδα πληρώνει αθροιστικά λάθη, παραλείψεις και φοβίες δεκαετιών. Από τα Ίμια και τη μετέπειτα τουρκική εργαλειοποίηση των «γκρίζων ζωνών», μέχρι τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 και τη διατύπωση περί «ζωτικών συμφερόντων» στο Αιγαίο, η ελληνική πλευρά πολλές φορές επέλεξε τη διαχείριση της κρίσης αντί της μακροπρόθεσμης κατοχύρωσης της θέσης της.
Κάθε υποχώρηση βαφτίστηκε ψυχραιμία. Κάθε αναβολή βαφτίστηκε σύνεση. Κάθε αποφυγή άσκησης νόμιμου δικαιώματος βαφτίστηκε υπευθυνότητα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Τουρκία έμαθε να προχωρά βήμα-βήμα και η Ελλάδα έμαθε να πανηγυρίζει επειδή δεν έγινε θερμό επεισόδιο. Αυτή η λογική είναι βαθιά προβληματική. Διότι ένα κράτος δεν χάνει μόνο όταν ηττάται στρατιωτικά. Χάνει και όταν συνηθίζει να μην ασκεί τα δικαιώματά του.
Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα. Το αναγνωρίζει. Το υπενθυμίζει. Το δηλώνει. Το επικαλείται. Δεν το ασκεί. Και η Τουρκία, βλέποντας αυτή τη διαχρονική διστακτικότητα, έχει μετατρέψει την απειλή σε μόνιμο μηχανισμό περιορισμού της ελληνικής κυριαρχικής βούλησης.
Η ίδια λογική εμφανίστηκε και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 δεν ήταν απλώς μια παράνομη διευθέτηση μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης. Ήταν στρατηγική πρόκληση. Παρέκαμπτε την Κρήτη, αμφισβητούσε ελληνικά δικαιώματα και επιχειρούσε να κόψει τον θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου στα μέτρα της τουρκικής γεωπολιτικής. Η Ελλάδα αντέδρασε, κατήγγειλε, υπέγραψε μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, αλλά το πρόβλημα παραμένει: η Τουρκία δημιουργεί χάρτες, αφηγήματα και νομικά εργαλεία, ενώ η Αθήνα συχνά τρέχει εκ των υστέρων για να απαντήσει.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πουλά ηρεμία ενώ η Άγκυρα πουλά ισχύ
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει πολιτικά στο αφήγημα ότι η Ελλάδα είναι παράγοντας σταθερότητας. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό. Μια χώρα δεν πρέπει να παρασύρεται σε τυχοδιωκτισμούς. Όμως η σταθερότητα δεν σημαίνει παθητικότητα. Δεν σημαίνει να επιτρέπεις στην Τουρκία να διαμορφώνει το πλαίσιο και εσύ να διεκδικείς τον ρόλο του ψύχραιμου παρατηρητή. Δεν σημαίνει να παρουσιάζεις ως διπλωματικό κέρδος το γεγονός ότι «λειτουργούν οι δίαυλοι», όταν μέσα από αυτούς τους διαύλους απλώς διαπιστώνεις ότι η άλλη πλευρά συνεχίζει κανονικά τον αναθεωρητικό της σχεδιασμό.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση. Δεν είναι φωτογραφίες, δηλώσεις καλής γειτονίας και προσεκτικές διατυπώσεις για να μην ενοχληθούν οι σύμμαχοι. Είναι ιεράρχηση συμφερόντων. Και το πρώτο συμφέρον της Ελλάδας είναι να μη συνηθίσει η διεθνής κοινότητα την τουρκική αμφισβήτηση ως «διαφορά» δύο χωρών. Διότι εκεί βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος: να περάσει σιγά-σιγά η αντίληψη ότι στο Αιγαίο δεν υπάρχει ζήτημα τουρκικού αναθεωρητισμού, αλλά ένα σύμπλεγμα «διμερών διαφορών» που πρέπει να μοιραστούν κάπως στη μέση.
Αυτή είναι η παγίδα. Η Τουρκία ζητά περισσότερα από όσα δικαιούται, ώστε στο τέλος να εμφανιστεί ως «συμβιβασμός» η ελληνική απώλεια μέρους όσων ήδη δικαιούται. Και η Αθήνα, αντί να καταγγέλλει διαρκώς αυτή τη μέθοδο σε όλα τα διεθνή φόρα, δείχνει συχνά να φοβάται περισσότερο την ένταση παρά την υποχώρηση. Μόνο που η ιστορία δείχνει ότι η υποχώρηση δεν ακυρώνει την ένταση. Τη μεταθέτει. Την κάνει ακριβότερη.
Το νομοσχέδιο περί «Γαλάζιας Πατρίδας» πρέπει να αντιμετωπιστεί ως καμπανάκι, όχι ως ακόμη μία ενόχληση στον δρόμο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης. Η Ελλάδα οφείλει να διεθνοποιήσει άμεσα το ζήτημα, να ξεκαθαρίσει ότι καμία τουρκική εσωτερική νομοθέτηση δεν μπορεί να παράγει συνέπειες σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, να συνδέσει ευθέως την ευρωπαϊκή πορεία και τα ευρωπαϊκά οφέλη της Τουρκίας με την άρση του casus belli και να σταματήσει να αντιμετωπίζει την τουρκική αναθεωρητική στρατηγική ως άθροισμα μεμονωμένων επεισοδίων.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κραυγές. Χρειάζεται σοβαρότητα, συνέπεια και αποφασιστικότητα. Χρειάζεται να πάψει να θεωρεί επιτυχία την προσωρινή απουσία κρίσης. Χρειάζεται να καταλάβει ότι τα εθνικά δικαιώματα, όταν δεν ασκούνται, αποδυναμώνονται πολιτικά ακόμη και αν παραμένουν νομικά ακέραια.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά: θα συνεχίσει να επενδύει στο αφήγημα των «ήρεμων νερών», ενώ η Τουρκία χτίζει θεσμικά τη «Γαλάζια Πατρίδα»; Θα συνεχίσει να επικαλείται το διεθνές δίκαιο χωρίς να εξαντλεί τα δικαιώματα που αυτό παρέχει; Θα συνεχίσει να βαφτίζει την αδράνεια υπευθυνότητα;
Διότι στο τέλος η Ιστορία δεν θα ρωτήσει πόσο ευγενικές ήταν οι δηλώσεις. Θα ρωτήσει ποιος υπερασπίστηκε την κυριαρχία της χώρας όταν η άλλη πλευρά τη δοκίμαζε συστηματικά. Και σε αυτό το ερώτημα, οι μισές απαντήσεις δεν αρκούν.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα