Τέλος στα εικονικά τιμολόγια: Σε real time παρακολούθηση ο ΦΠΑ – Υποχρεωτική η ηλεκτρονική τιμολόγηση από 2 Φεβρουαρίου

Στην τελική ευθεία εισέρχεται η υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, σηματοδοτώντας μια ριζική αλλαγή στον τρόπο καταγραφής και ελέγχου των συναλλαγών στην ελληνική αγορά. Από τη Δευτέρα  2 Φεβρουαρίου 2026, όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα και είχαν ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ κατά το φορολογικό έτος 2023 υποχρεούνται να εκδίδουν ηλεκτρονικά τιμολόγια για πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών.

Η εφαρμογή του μέτρου θα γίνει σε δύο φάσεις. Η πρώτη ξεκινά άμεσα και αφορά τις επιχειρήσεις με υψηλό κύκλο εργασιών, ενώ η δεύτερη φάση θα τεθεί σε ισχύ από τον Οκτώβριο του 2026, επεκτείνοντας την υποχρέωση και στις μικρότερες επιχειρήσεις.

Η μετάβαση στην ηλεκτρονική τιμολόγηση εντάσσεται στο ευρύτερο σχέδιο ψηφιοποίησης της φορολογικής διοίκησης και στοχεύει κυρίως στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και της έκδοσης εικονικών τιμολογίων. Σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, το νέο σύστημα αναμένεται να μειώσει σημαντικά την απώλεια εσόδων από ΦΠΑ, να διευκολύνει τις επιχειρήσεις μέσω της προσυμπλήρωσης δηλώσεων ΦΠΑ και του εντύπου Ε3, αλλά και να περιορίσει το διαχειριστικό κόστος που σχετίζεται με την έκδοση, αποστολή και αποθήκευση τιμολογίων.

Πώς θα λειτουργεί το νέο σύστημα

Με το νέο καθεστώς, τα στοιχεία κάθε συναλλαγής αποστέλλονται σε πιστοποιημένο Πάροχο ηλεκτρονικής τιμολόγησης, ο οποίος εκδίδει το τιμολόγιο και το διαβιβάζει ταυτόχρονα στον εκδότη, στον παραλήπτη και στο σύστημα myDATA της ΑΑΔΕ σε πραγματικό χρόνο. Με τον τρόπο αυτό, η φορολογική διοίκηση αποκτά άμεση εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας και του ΦΠΑ που παράγεται.

Τι ισχύει από 2 Φεβρουαρίου

Η πρώτη φάση της υποχρεωτικής εφαρμογής αφορά επιχειρήσεις και επαγγελματίες με ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα:

Έως τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026, οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να έχουν συνάψει σύμβαση με πιστοποιημένο Πάροχο ηλεκτρονικής τιμολόγησης ή να έχουν επιλέξει τη δωρεάν εφαρμογή timologio της ΑΑΔΕ.

Έως τις 12 Φεβρουαρίου πρέπει να υποβληθεί στοMy DATA  η «Δήλωση Έναρξης Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων». Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί είτε από τον Πάροχο είτε από την ίδια την επιχείρηση.

Έως τις 31 Μαρτίου προβλέπεται μεταβατική περίοδος, κατά την οποία θα μπορούν να λειτουργούν παράλληλα τα υφιστάμενα εμπορικά ή λογιστικά συστήματα με το νέο καθεστώς. Από την 1η Απριλίου 2026 καταργείται οριστικά η παραδοσιακή έκδοση τιμολογίων και η ηλεκτρονική τιμολόγηση καθίσταται αποκλειστική.

Κρίσιμη προθεσμία η 12η Φεβρουαρίου

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της απόφασης Α.1112/2025, ο Πάροχος υποχρεούται να υποβάλει τη σχετική δήλωση εντός δέκα ημερών από την έναρξη ισχύος της σύμβασης με την επιχείρηση. Η επιχείρηση ενημερώνεται μέσω της εφαρμογής e-Κοινοποιήσεις και μπορεί να αποδεχθεί ή να απορρίψει τη δήλωση εντός δέκα ημερών. Αν δεν υπάρξει αντίδραση, η δήλωση θεωρείται αυτοδικαίως αποδεκτή.

Το δεκαήμερο αυτό λήγει πρακτικά για όλους στις 12 Φεβρουαρίου, δηλαδή δέκα ημέρες μετά την έναρξη της υποχρεωτικής εφαρμογής.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, από τις περίπου 38.000 επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην πρώτη φάση, μόλις 19.961 –ποσοστό 53%– έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία. Οι υπόλοιπες περίπου 18.000 επιχειρήσεις έχουν πλέον λιγότερο από δέκα ημέρες για να ελέγξουν αν έχει υποβληθεί δήλωση εκ μέρους του Παρόχου τους. Σε αυτές έχει ήδη αποσταλεί σχετική ειδοποίηση.

Αξιοσημείωτο είναι ότι περίπου 3.300 επιχειρήσεις, παρότι χρησιμοποιούν ήδη Πάροχο ή τις εφαρμογές timologio και myDATAapp, δεν έχουν προχωρήσει στη δήλωση έναρξης, γεγονός που τις εκθέτει σε σοβαρούς κινδύνους.

Όπως επισημαίνει και το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η δήλωση είναι υποχρεωτική ακόμη και αν η επιχείρηση έχει ξεκινήσει νωρίτερα την ηλεκτρονική τιμολόγηση. Από τις 13 Φεβρουαρίου και μετά, τιμολόγια που εκδίδονται εκτός Παρόχου ή εκτός των εφαρμογών timologio και myDATAapp ενδέχεται να μη θεωρούνται νόμιμα. Η μη νόμιμη έκδοση παραστατικού επισύρει πρόστιμο ίσο με το 50% του αναλογούντος ΦΠΑ για κάθε παράβαση, γεγονός που μπορεί να απειλήσει σοβαρά τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων με μεγάλο όγκο συναλλαγών.

Β΄ φάση από 1η Οκτωβρίου με κίνητρα ένταξης

Η δεύτερη φάση της υποχρεωτικής εφαρμογής ξεκινά την 1η Οκτωβρίου 2026 και αφορά τις επιχειρήσεις με τζίρο κάτω του 1 εκατ. ευρώ. Προβλέπεται μεταβατική περίοδος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή στο νέο σύστημα.

Για τις επιχειρήσεις αυτές προβλέπονται και κίνητρα πρόωρης ένταξης. Όσες συνάψουν σύμβαση με Πάροχο και ενταχθούν στην ηλεκτρονική τιμολόγηση τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την υποχρεωτική ημερομηνία –δηλαδή έως τις 3 Αυγούστου– θα δικαιούνται 100% προσαυξημένη απόσβεση για την αγορά εξοπλισμού και λογισμικού, καθώς και 100% προσαύξηση της δαπάνης για την υπηρεσία τιμολόγησης κατά τον πρώτο χρόνο. Στην πράξη, οι σχετικές δαπάνες θα εκπίπτουν φορολογικά κατά 200%.

Ο έλεγχος σε πραγματικό χρόνο και το βάρος στις επιχειρήσεις

Πίσω από τον στόχο της πάταξης της φοροδιαφυγής, η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το εύρος του κρατικού ελέγχου και το πραγματικό κόστος που μετακυλίεται στον επιχειρηματικό κόσμο. Η real time διαβίβαση κάθε συναλλαγής στο myDATA της ΑΑΔΕ μετατρέπει την καθημερινή εμπορική δραστηριότητα σε διαρκώς εποπτευόμενο πεδίο, με την ευθύνη συμμόρφωσης να βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά τις επιχειρήσεις.

Παρότι η κυβέρνηση παρουσιάζει το νέο σύστημα ως εργαλείο απλοποίησης, στην πράξη δημιουργείται ένα σύνθετο πλέγμα υποχρεώσεων, προθεσμιών και τεχνικών απαιτήσεων. Οι επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν σε παρόχους, λογισμικό και εξοπλισμό, να παρακολουθούν ασφυκτικά τις δηλωτικές διαδικασίες και να φέρουν την πλήρη ευθύνη ακόμη και για παραλείψεις τρίτων, όπως οι πάροχοι ηλεκτρονικής τιμολόγησης.

Ιδιαίτερα προβληματικό θεωρείται το γεγονός ότι η μη υποβολή μιας δήλωσης –ακόμη και όταν η επιχείρηση εκδίδει κανονικά ηλεκτρονικά τιμολόγια– μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της νομιμότητας των παραστατικών και σε πρόστιμα που φτάνουν το 50% του ΦΠΑ ανά τιμολόγιο. Πρόκειται για κυρώσεις που δεν λειτουργούν απλώς αποτρεπτικά, αλλά δυνητικά τιμωρητικά, ειδικά για επιχειρήσεις με υψηλό όγκο συναλλαγών και περιορισμένα περιθώρια ρευστότητας.

Παράλληλα, η καθολική παρακολούθηση των συναλλαγών σε πραγματικό χρόνο ενισχύει τη συγκέντρωση δεδομένων στα χέρια της φορολογικής διοίκησης, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για τα όρια του ελέγχου, την αναλογικότητα των μέτρων και την προστασία των επιχειρηματικών δεδομένων. Η ψηφιοποίηση, αντί να συνοδεύεται από μείωση γραφειοκρατίας και φορολογικής πίεσης, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μηχανισμό διαρκούς επιτήρησης, με αυξημένο διοικητικό κόστος.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ηλεκτρονική τιμολόγηση μπορεί να περιορίσει την έκδοση εικονικών παραστατικών. Είναι αν το κράτος επιλέγει και πάλι να αντιμετωπίσει τη φοροδιαφυγή οριζόντια, μεταφέροντας το βάρος της συμμόρφωσης στις συνεπείς επιχειρήσεις, αντί να ενισχύσει στοχευμένους ελέγχους και να αποκαταστήσει μια στοιχειώδη σχέση εμπιστοσύνης με την πραγματική οικονομία.