Θολό τοπίο στις συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν: Ο χρόνος τελειώνει για τον Λευκό Οίκο
ΗΠΑ – Ιράν: Ο Τραμπ πιέζεται από τη διπλωματία και το Κογκρέσο
Αβέβαιη παραμένει η εικόνα στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς οι διαπραγματευτικές προσπάθειες δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε συμφωνία και ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τα θεσμικά όρια που θέτει το αμερικανικό Κογκρέσο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το πλαίσιο που είναι γνωστό ως «νόμος του Βιετνάμ», το οποίο θεσπίστηκε μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, με στόχο να περιορίσει τη δυνατότητα του εκάστοτε προέδρου να εμπλέκει τις ΗΠΑ σε πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς έγκριση του Κογκρέσου.
Το αμερικανικό Σύνταγμα αποδίδει στο Κογκρέσο την αρμοδιότητα για την κήρυξη πολέμου. Στην πράξη, ωστόσο, οι πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν αξιοποιήσει διαχρονικά τα περιθώρια περιορισμένης στρατιωτικής δράσης χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση.
Το όριο των 60 ημερών και η πίεση στον Λευκό Οίκο
Το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι ο πρόεδρος πρέπει να ενημερώσει το Κογκρέσο μέσα σε 48 ώρες από την εμπλοκή αμερικανικών δυνάμεων σε εχθροπραξίες. Η ενημέρωση οφείλει να περιγράφει το εύρος της επιχείρησης, την αιτιολόγησή της και την εκτιμώμενη διάρκειά της.
Στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ επικαλέστηκε την προεδρική αρμοδιότητα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, επιχείρημα που έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν από Αμερικανούς προέδρους για στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου.
Το κρίσιμο σημείο είναι το χρονικό όριο των 60 ημερών. Αν το Κογκρέσο δεν εγκρίνει τη συνέχιση της χρήσης στρατιωτικής βίας μέσα σε αυτό το διάστημα, ο πρόεδρος υποχρεούται να τερματίσει τη δράση. Για την κρίση με το Ιράν, η προθεσμία εκτιμάται ότι λήγει είτε στις 29 Απριλίου είτε την 1η Μαΐου, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού της έναρξης.
Η διαφορά αυτή έχει προκαλέσει σύγχυση στην Ουάσινγκτον. Ορισμένοι νομικοί θεωρούν ότι η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε με την έναρξη των εχθροπραξιών, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπολογιστεί από την ημέρα της επίσημης ενημέρωσης του Κογκρέσου.
Υπάρχει και τρίτη ερμηνεία, κυρίως από Ρεπουμπλικανούς, σύμφωνα με την οποία το διάστημα της κατάπαυσης του πυρός δεν πρέπει να προσμετρηθεί στο ίδιο χρονοδιάγραμμα. Ακόμη και Δημοκρατικοί αναγνωρίζουν ότι η εκεχειρία δημιουργεί πρόσθετες νομικές ασάφειες.
Το πλαίσιο επιτρέπει παράταση 30 ημερών, μόνο εφόσον ο πρόεδρος υποστηρίξει ότι η συνέχιση της στρατιωτικής παρουσίας είναι αναγκαία για την ασφαλή αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. Η πρόβλεψη αυτή δεν συνιστά γενική άδεια συνέχισης των επιχειρήσεων, αλλά λειτουργεί ως περιορισμένο περιθώριο απεμπλοκής.
Διπλωματικό αδιέξοδο με την Τεχεράνη
Ο χρόνος πιέζει τον Τραμπ, καθώς το θεσμικό περιθώριο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς την Τεχεράνη, όμως όσο πλησιάζει η λήξη του 60ημέρου τόσο αυξάνεται το πολιτικό και νομικό κόστος για τη συνέχιση της σύγκρουσης χωρίς νέα εξουσιοδότηση.
Παράλληλα, το διπλωματικό πεδίο παραμένει ανοιχτό και ασταθές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρονται να ζητούν από το Ιράν σαφείς δεσμεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα, περιορισμό της περιφερειακής του δράσης και ξεκάθαρη εικόνα για τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Τεχεράνη.
Η ιρανική πλευρά εμφανίζεται δυσαρεστημένη από τις αμερικανικές απαιτήσεις, τις οποίες θεωρεί υπερβολικές και μονομερείς. Ζητά τερματισμό της στρατιωτικής πίεσης, χαλάρωση ή άρση κυρώσεων και σεβασμό στις δικές της κόκκινες γραμμές.
Έτσι, οι δύο πλευρές παραμένουν μακριά από συμφωνία. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι οι ιρανικές θέσεις δεν καλύπτουν τις απαιτήσεις της, ενώ η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ ζητούν πολλά χωρίς να προσφέρουν επαρκείς εγγυήσεις.
Η ακύρωση του ταξιδιού των Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ στο Πακιστάν ενίσχυσε την εικόνα αδιεξόδου. Ο Τραμπ φέρεται να έκρινε ότι η αποστολή δεν είχε επαρκές πολιτικό όφελος, από τη στιγμή που η ιρανική πλευρά δεν έδειχνε ουσιαστική μετακίνηση.
Λίγο νωρίτερα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε αποχωρήσει από το Πακιστάν, αφού παρέδωσε τις θέσεις της Τεχεράνης στους Πακιστανούς διαμεσολαβητές. Η αποχώρησή του πριν από την άφιξη της αμερικανικής αντιπροσωπείας έδειξε ότι οι συνομιλίες παραμένουν έμμεσες και εύθραυστες.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να λειτουργεί ως πιθανός δίαυλος επικοινωνίας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει μετατρέψει την ανταλλαγή μηνυμάτων σε ουσιαστική διαπραγμάτευση. Αντίστοιχο ρόλο επιχειρούν να διατηρήσουν και άλλοι μεσολαβητικοί δίαυλοι, όπως το Ομάν.
Η πίεση προς τον Αμερικανό πρόεδρο δεν προέρχεται μόνο από την Τεχεράνη. Στο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να περιορίσουν τις πολεμικές εξουσίες του Λευκού Οίκου, ενώ και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μια παρατεταμένη σύγκρουση χωρίς σαφή έγκριση.
Πολλοί πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν αμφισβητήσει κατά καιρούς το συγκεκριμένο πλαίσιο, θεωρώντας ότι περιορίζει υπερβολικά την εκτελεστική εξουσία σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε ασκήσει βέτο όταν ο νόμος θεσπίστηκε, όμως το Κογκρέσο το παρέκαμψε.
Για τον Τραμπ, το πρόβλημα είναι πλέον ο χρόνος. Αν υπάρξει συμφωνία πριν από τις κρίσιμες ημερομηνίες, ο Λευκός Οίκος θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη στρατιωτική πίεση ως μέσο που οδήγησε σε διπλωματικό αποτέλεσμα. Αν δεν υπάρξει, θα πρέπει να εξηγήσει με ποια νομιμοποιητική βάση μπορεί να συνεχίσει την εμπλοκή.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα του Στενού του Ορμούζ, καθώς η ένταση στην περιοχή επηρεάζει τη διεθνή ναυσιπλοΐα, τις αγορές ενέργειας και τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Χωρίς συμφωνία, η αποκλιμάκωση παραμένει δύσκολη.
Σε αυτή τη φάση, η διπλωματία κινείται σε θολό πεδίο. Οι ΗΠΑ πιέζουν, το Ιράν αντιστέκεται, οι διαμεσολαβητές αναζητούν κοινό έδαφος και ο Τραμπ μετρά αντίστροφα τόσο απέναντι στην Τεχεράνη όσο και απέναντι στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.
Πιο Δημοφιλή
Νέα πυρά Φιντάν κατά Ελλάδας και Κύπρου με αιχμή το Ισραήλ