Το 10ετές ανοίγει δρόμο για πιο άνετες κινήσεις του Δημοσίου στις αγορές
Η πρόσφατη επιτυχής έκδοση του 10ετούς δεν αποτυπώνει απλώς ένα ισχυρό βιβλίο προσφορών, αλλά εκπέμπει ένα καθαρό μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να κινηθεί από εδώ και πέρα το ελληνικό Δημόσιο στις αγορές: Με μεγαλύτερη ευελιξία, καλύτερο χρονισμό και στόχο μια πιο «κανονική» και σταθερή παρουσία στο ευρωπαϊκό ταμπλό κρατικών τίτλων. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι ότι ο ΟΔΔΗΧ έχει ήδη καλύψει από την αρχή της χρονιάς περίπου το 50% των δανειακών αναγκών του 2026, που υπολογίζονται στα 8 δισ. ευρώ, αποκτώντας σημαντικό περιθώριο κινήσεων.
Με τις ανάγκες να μην πιέζουν, οι επόμενες αποφάσεις μπορούν να ληφθούν πιο επιλεκτικά, όταν οι συνθήκες στις αγορές είναι ευνοϊκότερες, είτε για περαιτέρω μείωση του κόστους δανεισμού είτε για βελτίωση της δομής του χρέους. Παράγοντες της αγοράς δεν αποκλείουν την επανάληψη του περσινού μοντέλου, όταν οι βασικές κινήσεις χρηματοδότησης είχαν ουσιαστικά ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο, με συνδυασμό κοινοπρακτικών εκδόσεων και επανεκδόσεων μέσω δημοπρασιών. Η λογική που διαγράφεται για το 2026 κινείται στην ίδια κατεύθυνση: ταχεία κάλυψη αναγκών, διαρκής παρουσία στην αγορά και επιλογή εργαλείων ανάλογα με το περιβάλλον.
Η επόμενη φάση, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από το αν θα υπάρξει νέα έκδοση, αλλά από το τι επιδιώκει να χτίσει ο ΟΔΔΗΧ σε βάθος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ενίσχυση της ρευστότητας και η εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων, ώστε το Δημόσιο να μπορεί να δανείζεται σε περισσότερες διάρκειες με προβλέψιμο τρόπο, είτε μέσω νέων εκδόσεων είτε μέσω επανεκδόσεων που αυξάνουν τη διαπραγματευσιμότητα υφιστάμενων σειρών.
Παράλληλα, στόχος είναι η ποιοτική αναβάθμιση του επενδυτικού μείγματος, με έμφαση σε θεσμικούς επενδυτές μακροπρόθεσμου ορίζοντα και περιορισμό της συμμετοχής πιο ευκαιριακών κεφαλαίων. Η σύνθεση της ζήτησης στην τελευταία έκδοση, με υψηλή παρουσία «real money» επενδυτών, ερμηνεύεται ως ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση που επιδιώκεται να παγιωθεί, μειώνοντας τη μεταβλητότητα σε περιόδους διεθνών αναταράξεων.
Κομβικό ρόλο διαδραματίζει και το επερχόμενο «ραντεβού» με τους οίκους αξιολόγησης, καθώς οι αγορές δεν αποτιμούν μόνο τις αποδόσεις αλλά και το αφήγημα αξιοπιστίας. Ο κύκλος των αξιολογήσεων ξεκινά στις 6 Μαρτίου από την DBRS, ακολουθεί η Moody’s στις 13 Μαρτίου, η Scope στις 20 Μαρτίου, η S&P στις 24 Απριλίου και η Fitch στις 8 Μαΐου. Οι ημερομηνίες αυτές αποτελούν ορόσημα, καθώς μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση από συγκεκριμένες κατηγορίες επενδυτών και την τιμολόγηση του ελληνικού ρίσκου.
Στο ευρύτερο πλαίσιο, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτή τη φάση με ισχυρά ερείσματα: διαδοχικές αναβαθμίσεις εντός επενδυτικής βαθμίδας, σταθερή δημοσιονομική εικόνα και ενεργή διαχείριση του χρέους, που περιλαμβάνει πρόωρες αποπληρωμές μνημονιακών δανείων και υψηλά ταμειακά διαθέσιμα κοντά στα 40 δισ. ευρώ. Αυτά τα στοιχεία συγκροτούν τη βάση πάνω στην οποία κρίνεται αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει να συμπιέζει το κόστος δανεισμού χωρίς να αιφνιδιάζεται από διεθνείς αναταράξεις.
Το κρίσιμο στοιχείο από εδώ και πέρα είναι ο χρονισμός. Σε ένα πιο ήπιο περιβάλλον αγορών, ο ΟΔΔΗΧ θα έχει τη δυνατότητα να «κλειδώσει» ακόμη καλύτερες τιμές ή να επιλέξει με άνεση το κατάλληλο εργαλείο. Αντίθετα, σε ένα πιο ασταθές σκηνικό, το γεγονός ότι έχει ήδη καλύψει μεγάλο μέρος των αναγκών του προσφέρει το βασικό πλεονέκτημα που σπανίζει στις αγορές: χρόνο και επιλογές. Με αυτή την έννοια, η εικόνα της τελευταίας έκδοσης δεν αποτελεί το τέλος μιας κίνησης, αλλά την αφετηρία για ένα πρόγραμμα του 2026 με λιγότερη πίεση, πιο στοχευμένες παρεμβάσεις και καθαρό βλέμμα στις αξιολογήσεις της άνοιξης που θα λειτουργήσουν ως ο επόμενος καταλύτης.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Έφυγε ο Θανάσης Χειμάρας, μια εμβληματική μορφή της Φθιώτιδας
Συναγερμός στο Χαϊδάρι μετά την εμφάνιση λύκου σε κατοικημένες περιοχές