13 Αυγούστου 2026

Τουρκική πρόκληση: Σενάρια «ασύμμετρης απάντησης» και χαρτογράφηση ελληνικών υποδομών

Νέο δείγμα επιθετικής ρητορικής απέναντι στην Ελλάδα καταγράφεται σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου στην τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, με τον αρθρογράφο Νετζάτ Εσλέν να χαρακτηρίζει την Αθήνα «καιροσκόπο» και «κακό γείτονα» και να προχωρά σε αναφορά συγκεκριμένων σημείων της ελληνικής επικράτειας που παρουσιάζει ως «στρατηγικά ευάλωτα».

Το άρθρο, με τίτλο «Γειτονία και στρατηγικές ευαισθησίες», κινείται πολύ πέρα από τη συνήθη τουρκική επιχειρηματολογία για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς επιχειρεί να αποτυπώσει τομείς στους οποίους, κατά την άποψη του συντάκτη, η Ελλάδα εμφανίζει αδυναμίες που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στον στρατηγικό σχεδιασμό της Τουρκίας.

Ο Εσλέν ξεκινά από τη διαφορά πληθυσμού και οικονομικού μεγέθους μεταξύ των δύο χωρών, επιχειρώντας να παρουσιάσει μια έντονη ανισορροπία ισχύος υπέρ της Τουρκίας. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα αναγκάζεται να διαθέτει μεγάλα ποσά σε εξοπλιστικά προγράμματα εξαιτίας της αντιπαράθεσης με την Άγκυρα και χαρακτηρίζει τη δημογραφική κατάσταση της χώρας «εύθραυστη».

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει το δημογραφικό πρόβλημα, τις μειονότητες και την παρουσία μεταναστευτικών πληθυσμών, επιχειρώντας να τα παρουσιάσει ως παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη συνοχή του ελληνικού εσωτερικού μετώπου.

Από τη «Μεγάλη Ιδέα» στις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις

Ο Τούρκος αρθρογράφος υποστηρίζει ακόμη ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει διαχρονικά ως βασικό σημείο αναφοράς την Τουρκία και ότι η Αθήνα επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της αξιοποιώντας τις στρατηγικές σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και το Ισραήλ, καθώς και τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια επαναφέρει τη γνωστή τουρκική αφήγηση περί «Μεγάλης Ιδέας», ισχυριζόμενος ότι αυτή εξακολουθεί να επηρεάζει την ελληνική κρατική αντίληψη και χαρακτηρίζοντας «μαξιμαλιστικές» τις ελληνικές θέσεις για το Αιγαίο, την υφαλοκρηπίδα, τις θαλάσσιες ζώνες και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στο άρθρο επαναλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο των πάγιων τουρκικών αιτιάσεων απέναντι στην Ελλάδα. Γίνεται αναφορά στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και στο καθεστώς βραχονησίδων του Αιγαίου.

Στο Κυπριακό, ο Εσλέν στρέφεται κατά της ελληνικής και ελληνοκυπριακής θέσης για αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και κατάργηση του συστήματος εγγυήσεων, εντάσσοντας το ζήτημα στο ευρύτερο πλαίσιο των τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία αναπαράγει θέσεις που η Άγκυρα προβάλλει εδώ και χρόνια, παρουσιάζοντας ως «μαξιμαλιστικές» ελληνικές διεκδικήσεις που η Αθήνα θεωρεί ότι εδράζονται στο διεθνές δίκαιο.

Νησιά, λιμάνια και υποθαλάσσια καλώδια στο επίκεντρο

Το πλέον ανησυχητικό τμήμα του δημοσιεύματος αφορά όσα ο αρθρογράφος περιγράφει ως «στρατηγικές ευαισθησίες» της Ελλάδας.

Ο Εσλέν αναφέρεται στα απομακρυσμένα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, υποστηρίζοντας ότι οι μεγάλες αποστάσεις ανεφοδιασμού δημιουργούν επιχειρησιακές αδυναμίες. Παράλληλα στρέφει την προσοχή στις ενεργειακές διασυνδέσεις και στα υποθαλάσσια καλώδια επικοινωνιών, τα οποία χαρακτηρίζει εκτεθειμένα σε «ασύμμετρες παρεμβάσεις».

Η αναφορά σε κρίσιμες ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πρόκειται για συστήματα που αποτελούν βασικά στοιχεία της λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας.

Στην ίδια κατεύθυνση, το άρθρο περιλαμβάνει αναφορές σε ελληνικά λιμάνια και άλλες στρατηγικές υποδομές, με τον συντάκτη να επισημαίνει πιθανούς κινδύνους από κυβερνοεπιθέσεις, ψηφιακές παρεμβάσεις και μορφές ασύμμετρου σαμποτάζ.

Ο Εσλέν επιχειρεί επίσης να εντάξει τις μειονότητες και τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς στο ίδιο στρατηγικό σχήμα, υποστηρίζοντας ότι ενδεχόμενες κοινωνικές εντάσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν προβλήματα στο εσωτερικό της Ελλάδας.

Η συγκεκριμένη αναφορά είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς μετατρέπει κοινωνικά και δημογραφικά ζητήματα σε εργαλεία στρατηγικής ανάλυσης απέναντι σε γειτονικό κράτος.

Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας και ότι τα συμφέροντα της Άγκυρας σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Κύπρο παραμένουν «ζωτικής σημασίας».

Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίζει ότι η τουρκική στρατηγική πρέπει να διατηρεί τη δυνατότητα «ασύμμετρης απάντησης» ως μέσο αποτροπής και άσκησης πίεσης.

Παρότι πρόκειται για άρθρο γνώμης και όχι για επίσημο κείμενο της τουρκικής κυβέρνησης, η δημοσίευση μιας τόσο συγκεκριμένης χαρτογράφησης ελληνικών υποδομών και υποτιθέμενων αδυναμιών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη δημοσιογραφική τοποθέτηση.

Ιδίως όταν η συγκεκριμένη ανάλυση συνδυάζεται με τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τις αναφορές στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και τη συνεχιζόμενη αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, η Αθήνα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί προσεκτικά τέτοιου είδους παρεμβάσεις στον τουρκικό δημόσιο διάλογο.

Η ουσία είναι ότι πίσω από τη φρασεολογία περί «γειτονίας» και «στρατηγικών ευαισθησιών» επανέρχεται μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την Ελλάδα όχι ως σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και γειτονικό κράτος με το οποίο υπάρχουν διαφορές προς επίλυση, αλλά ως ανταγωνιστή του οποίου οι αδυναμίες πρέπει να καταγράφονται, να αξιολογούνται και να εντάσσονται σε έναν ευρύτερο τουρκικό σχεδιασμό ισχύος.