Τραμπ και Νετανιάχου σπρώχνουν την Ουάσινγκτον εκτός διεθνούς νομιμότητας

Υπό το βάρος των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και σε άμεση συνεννόηση με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε το Σάββατο αεροπορικά πλήγματα κατά του Ιράν, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση έντασης με απρόβλεπτες διαστάσεις. Η απόφαση αυτή τοποθετεί την Ουάσινγκτον σε τροχιά ευθείας σύγκρουσης με τη διεθνή νομιμότητα και αναζωπυρώνει τη συζήτηση περί υπέρβασης προεδρικών αρμοδιοτήτων, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε στη στρατιωτική επιχείρηση χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου, επιλέγοντας να αναλάβει μόνος το βάρος μιας επιλογής με παγκόσμιες συνέπειες.

Η πρακτική της παράκαμψης των κοινοβουλευτικών διαδικασιών καταγράφεται τα τελευταία χρόνια σε αρκετές δυτικές δημοκρατίες. Στη Γαλλία, ο Εμανουέλ Μακρόν οδήγησε τη χώρα του σε ενεργό εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική κοινοβουλευτική έγκριση, παρακάμπτοντας μια διαδικασία που θα διασφάλιζε ευρύτερη πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση.

Στην περίπτωση των αμερικανικών πληγμάτων κατά της Τεχεράνης, εγείρονται ζητήματα που άπτονται τόσο του αμερικανικού Συντάγματος όσο και του Διεθνούς Δικαίου. Σύμφωνα με τον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και τον Καταστατικό του Χάρτη, καμία χώρα δεν διαθέτει το δικαίωμα μονομερούς επιβολής στρατιωτικής ισχύος ως μέσου απονομής δικαιοσύνης. Η αρμοδιότητα για αποφάσεις που αφορούν τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης ανήκει αποκλειστικά στο Συμβούλιο Ασφαλείας, γεγονός που καθιστά κάθε μονομερή πολεμική πρωτοβουλία αντικείμενο έντονου νομικού και πολιτικού ελέγχου.

Για τον ένοικο του Λευκού Οίκου, η επιλογή αυτή συνιστά κίνηση υψηλού ρίσκου με σοβαρές εσωτερικές επιπτώσεις. Ο Τραμπ επανεξελέγη το 2024 προβάλλοντας ατζέντα απομονωτισμού, με δεσμεύσεις για άμεσο τερματισμό υφιστάμενων συγκρούσεων και αποφυγή νέων στρατιωτικών εμπλοκών. Η ρητορική περί «καμίας νέας ανάμειξης» αποτέλεσε βασικό πυλώνα της προεκλογικής του εκστρατείας και σημείο ταύτισης με τη βάση του κινήματος MAGA.

Η πραγματικότητα του 2025 διαμορφώνεται διαφορετικά. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία καταγράφηκε σε επτά χώρες, μεταξύ των οποίων η Βενεζουέλα, η Νιγηρία, η Σομαλία, η Συρία, το Ιράν, η Υεμένη και το Ιράκ, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον επιστρέφει σε λογικές διαρκούς παρέμβασης. Η διεύρυνση των μετώπων εντείνει τον προβληματισμό για τη συνοχή της στρατηγικής του Αμερικανού προέδρου και για τη σχέση του με το εκλογικό του ακροατήριο.

Η υπόθεση του Ιράν προσλαμβάνει επιπλέον πολιτικό βάρος, καθώς διαμορφώνεται η εντύπωση ότι ο Λευκός Οίκος ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας. Η εικόνα αυτή επηρεάζει το προφίλ ισχυρής και αυτόνομης ηγεσίας που είχε οικοδομήσει ο Τραμπ. Παράλληλα, καταγράφεται αξιοσημείωτη μετατόπιση στην αμερικανική κοινή γνώμη, με δημοσκοπήσεις να αποτυπώνουν αυξανόμενη συμπάθεια προς τους Παλαιστινίους σε σύγκριση με τους Ισραηλινούς, στοιχείο που αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Η μεταβολή αυτή ενδέχεται να αποτυπωθεί στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, με τον κίνδυνο απώλειας του ελέγχου του Κογκρέσου να καθίσταται ορατός. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα περιόριζε ουσιωδώς τη νομοθετική επιρροή του προέδρου και θα διαμόρφωνε ένα περιβάλλον θεσμικής τριβής για το υπόλοιπο της θητείας του, σε μια συγκυρία ήδη επιβαρυμένη από διεθνείς εντάσεις.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η κλιμάκωση με την Τεχεράνη ερμηνεύεται από αναλυτές ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ανάσχεσης της Κίνας. Το Ιράν αποτελεί βασικό ενεργειακό εταίρο του Πεκίνου, καλύπτοντας σημαντικό ποσοστό των αναγκών του σε πετρέλαιο. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε στρατιωτικό πλήγμα κατά της ιρανικής επικράτειας αγγίζει έμμεσα τα στρατηγικά συμφέροντα της Κίνας και ενδέχεται να προκαλέσει αντίδραση με οικονομικά ή εμπορικά μέσα, όπως περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και κρίσιμων πρώτων υλών.

Αντίστοιχα, η στάση της Ρωσίας παρακολουθείται με προσοχή, καθώς η Μόσχα διατηρεί στενή συνεργασία με την Τεχεράνη και συντονισμό με το Πεκίνο σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας. Η αποτροπή αποσταθεροποίησης του Ιράν εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό των δύο δυνάμεων, γεγονός που καθιστά το περιφερειακό σκηνικό ιδιαίτερα εύθραυστο.

Η προοπτική αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη, εφόσον τεθεί ανοιχτά από την Ουάσινγκτον, εκτιμάται ότι θα συναντήσει αντιστάσεις στην ιρανική κοινωνία και θα ενισχύσει τη συσπείρωση γύρω από σκληροπυρηνικούς κύκλους των Φρουρών της Επανάστασης. Οι εσωτερικές ισορροπίες της χώρας επηρεάζονται καθοριστικά από εξωτερικές πιέσεις, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να παράγουν συχνά αποτελέσματα διαφορετικά από τις αρχικές επιδιώξεις.

Παραμένει ασαφής η χρονική διάρκεια των αεροπορικών επιθέσεων. Ορισμένες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για παρατεταμένη εκστρατεία μηνών, ενώ άλλες συγκλίνουν σε περιορισμένο επεισόδιο. Η έκταση της σύγκρουσης εξαρτάται από τις ιρανικές δυνατότητες και από την αντοχή των εμπλεκομένων πλευρών. Ήδη η ένταση έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες, με ισραηλινό πλήγμα σε σχολική εγκατάσταση θηλέων κοντά στην Τεχεράνη να στοιχίζει τη ζωή σε δεκάδες παιδιά, γεγονός που εγείρει ζητήματα παραβίασης του ανθρωπιστικού δικαίου.

Το ενδεχόμενο σύντομης αναμέτρησης παραμένει στο τραπέζι, με παράλληλη πιθανότητα ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης. Σε κάθε σενάριο, το ανθρώπινο κόστος προδιαγράφεται βαρύ και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία σημαντικές.

Στην Ευρώπη, η τοποθέτηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς κάλεσε σε σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου εκφράζοντας ταυτόχρονα στήριξη προς το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δήλωση αυτή επαναφέρει τη συζήτηση για τα όρια πολιτικής παρέμβασης μιας μη εκλεγμένης αξιωματούχου και για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνθήκες οξυμένης διεθνούς κρίσης.