9 Ιουλίου 2026

Υποκλοπές: Η ΝΔ μπλόκαρε την κλήτευση Δημητριάδη και Ντίλιαν

Τέσσερα χρόνια μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης των υποκλοπών, το πολιτικό σκέλος παραμένει ανοιχτή πληγή για το πολιτικό σύστημα και επιστρέφει με ένταση στη Βουλή. Η Νέα Δημοκρατία μπλόκαρε το αίτημα της αντιπολίτευσης για την κλήτευση του πρώην διευθυντή του γραφείου του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, και του ιδιοκτήτη της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Η κυβερνητική πλειοψηφία έκλεισε ακόμη μία θεσμική δίοδο διερεύνησης σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να σκιάζει το Μέγαρο Μαξίμου. Το ερώτημα για το ποιοι και με ποιους μηχανισμούς κατάφεραν να παρακολουθήσουν υπουργούς, έναν πρώην πρωθυπουργό, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, πολιτικά πρόσωπα, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους παραμένει αναπάντητο σε κρίσιμες πτυχές του.

Η απόρριψη της κλήτευσης Δημητριάδη και Ντίλιαν βασίστηκε στο κυβερνητικό επιχείρημα ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία. Με αυτή τη γραμμή, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κλείσει την κοινοβουλευτική συζήτηση, ενώ η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι η υπόθεση των παρακολουθήσεων παραμένει θεσμικά ανεξιχνίαστη και πολιτικά εκκρεμής.

Η κυβέρνηση επιμένει ότι οι προβλεπόμενες διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί και ότι η Δικαιοσύνη συνεχίζει την έρευνα. Ωστόσο, η πολιτική εικόνα είναι βαριά. Τέσσερα χρόνια μετά, υπουργοί που φέρονται να βρέθηκαν στο στόχαστρο παρακολούθησης δεν εμφανίζονται να έχουν κινηθεί αποφασιστικά δικαστικά, ενώ η κυβέρνηση δεν δίνει την εικόνα δύναμης που πιέζει για πλήρη αποκάλυψη των υπευθύνων.

Η υπόθεση των υποκλοπών φαίνεται πως θα επιστρέφει διαρκώς στο πολιτικό προσκήνιο, καθώς παραμένουν σκοτεινά σημεία που δεν έχουν φωτιστεί. Κάθε άρνηση νέας κοινοβουλευτικής διερεύνησης ενισχύει την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να αγγίξει τον πυρήνα της υπόθεσης.

Η γραμμή της ΝΔ και η ένταση στην Επιτροπή

Η συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας πραγματοποιήθηκε σε υψηλούς τόνους. Το αίτημα της αντιπολίτευσης είχε κατατεθεί μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην υπόθεση των υποκλοπών και τις δημόσιες τοποθετήσεις του Γρηγόρη Δημητριάδη. Η πλειοψηφία, όμως, έκρινε ότι δεν υπάρχουν λόγοι για νέα ακρόαση των δύο προσώπων.

Το βασικό επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας ήταν ότι ούτε ο Γρηγόρης Δημητριάδης ούτε ο Ταλ Ντίλιαν έχουν σήμερα ιδιότητα δημόσιου προσώπου. Με αυτή την ερμηνεία του Κανονισμού της Βουλής, η κυβερνητική πλευρά υποστήριξε ότι δεν υφίσταται υποχρέωση κλήτευσής τους ενώπιον της Επιτροπής.

Κυβερνητικά στελέχη σημείωσαν επίσης ότι ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού έχει ήδη καταθέσει δύο φορές στη Βουλή και ότι η επανάληψη της διαδικασίας δεν δικαιολογείται από νέα δεδομένα. Η επιχειρηματολογία αυτή, πάντως, δεν απαντά στο ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα: η υπόθεση αφορά ένα σύστημα παρακολουθήσεων που άγγιξε κορυφαία πρόσωπα της δημόσιας ζωής και παραμένει χωρίς πλήρη θεσμική διαλεύκανση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο πρόεδρος της Επιτροπής, Θανάσης Μπούρας, επικαλούμενος τις διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής. Υποστήριξε ότι η υποχρεωτική κλήση αφορά κρατικούς λειτουργούς ή δημόσια πρόσωπα για θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Επιτροπής. Παράλληλα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι η υπόθεση βρίσκεται ήδη στη Δικαιοσύνη.

Η στάση αυτή προκάλεσε επιπλέον πολιτική ένταση, καθώς ο ίδιος πρόεδρος της Επιτροπής είχε το 2022 καλέσει σε ακρόαση τους Δημητριάδη και Ντίλιαν για το ίδιο αντικείμενο. Η αλλαγή στάσης τροφοδότησε τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί διαδικαστικές ερμηνείες για να αποτρέψει νέα πολιτική πίεση γύρω από τις υποκλοπές.

Αντιπολίτευση: Καταγγελίες για συγκάλυψη και αποχώρηση ΠΑΣΟΚ

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντέδρασαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι το αίτημα πληρούσε τις προβλέψεις του Κανονισμού, καθώς είχε συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών των μελών της Επιτροπής. Η απόρριψή του αντιμετωπίστηκε ως πολιτική επιλογή φραγής και όχι ως ουδέτερη θεσμική κρίση.

Το ΠΑΣΟΚ κατήγγειλε παραβίαση κοινοβουλευτικών διαδικασιών και υπενθύμισε ότι ο Ταλ Ντίλιαν είχε κληθεί το 2022 από την ίδια Επιτροπή για την ίδια υπόθεση. Η Χαριλάου Τρικούπη θεώρησε ότι η κυβερνητική πλειοψηφία ακυρώνει στην πράξη τον ελεγκτικό ρόλο της Βουλής, σε μια υπόθεση που αφορά τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας και της θεσμικής λογοδοσίας.

Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης απέδωσαν στην κυβέρνηση πρόθεση συγκάλυψης. Το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε από τη συνεδρίαση σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ αντίστοιχες αντιδράσεις εκφράστηκαν και από τα υπόλοιπα κόμματα, τα οποία επέμειναν ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να κλείσει με διαδικαστικές υπεκφυγές.

Η κυβέρνηση απορρίπτει τις καταγγελίες και υποστηρίζει ότι η απόφαση ελήφθη αποκλειστικά με βάση τον Κανονισμό της Βουλής. Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε χώρο επαναλαμβανόμενων καταθέσεων προσώπων που έχουν ήδη τοποθετηθεί και ότι η ουσιαστική έρευνα διεξάγεται από τη Δικαιοσύνη.

Η πολιτική ζημιά, ωστόσο, παραμένει. Στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας υπάρχουν βουλευτές που σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις εκφράζουν δυσφορία για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε και συνεχίζει να χειρίζεται η κυβέρνηση την υπόθεση. Η δυσφορία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα ίδια στελέχη καλούνται δημόσια να υπερασπιστούν μια γραμμή που αφήνει εκτεθειμένη την κυβέρνηση απέναντι στο αίτημα πλήρους διαφάνειας.

Το πολιτικό βάρος της υπόθεσης είναι μεγάλο. Η παρακολούθηση υπουργικών τηλεφώνων, ανώτατων στρατιωτικών αξιωματούχων, πολιτικών προσώπων, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων δεν αποτελεί δευτερεύον επεισόδιο δημόσιας αντιπαράθεσης. Αφορά την ασφάλεια του κράτους, την προστασία των θεσμών και την ποιότητα της δημοκρατίας.

Η επιλογή της κυβερνητικής πλειοψηφίας να απορρίψει την κλήτευση Δημητριάδη και Ντίλιαν κρατά την υπόθεση των υποκλοπών στην πρώτη γραμμή της πολιτικής σύγκρουσης. Αντί να κλείνει τον φάκελο, η άρνηση νέας ακρόασης ενισχύει την εντύπωση ότι υπάρχουν ακόμη πρόσωπα, ευθύνες και διαδρομές που το πολιτικό σύστημα δεν θέλει ή δεν τολμά να φωτίσει.