23 Μαΐου 2026

Δημόσιο χρήμα χωρίς έλεγχο: Το σκοτεινό Ταμείο Γεωργίας και οι πολιτικές ευθύνες

Σύνοψη Άρθρου

Εμπιστευτικό έγγραφο ελέγχου φέρεται να αποκαλύπτει βαθιά αδιαφάνεια στο Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας.

Οι ελεγκτικές διαπιστώσεις κάνουν λόγο για απουσία προσωπικού, κανονισμού, διπλογραφικού συστήματος και ουσιαστικού εσωτερικού ελέγχου.

Το ζήτημα ανοίγει σοβαρό θέμα πολιτικών ευθυνών για διαχρονικές ηγεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Σοβαρές ενδείξεις θεσμικής αποσύνθεσης, διοικητικής αδιαφάνειας και ανεπαρκούς εποπτείας στο Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας φέρνει στο φως εμπιστευτικό έγγραφο ελέγχου που επικαλείται το Bankingnews. Το περιεχόμενό του, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περιγράφει έναν δημόσιο φορέα που επί χρόνια διαχειριζόταν οικονομικούς πόρους χωρίς βασικές δικλίδες λογοδοσίας, χωρίς οργανωμένη εσωτερική λειτουργία και χωρίς πλήρη λογιστική αποτύπωση της πραγματικής του κατάστασης.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς στο κάδρο των ευθυνών μπαίνουν γενικοί γραμματείς του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, όπως οι κ.κ. Σπύρος Πρωτοψάλτης, Στρατάκος και Καλογήρου, καθώς και διατελέσαντες υπουργοί, μεταξύ των οποίων οι Μάκης Βορίδης, Σπήλιος Λιβανός, Γιώργος Γεωργαντάς, Λευτέρης Αυγενάκης και Κώστας Τσιάρας. Το ζήτημα, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ενδέχεται να αφορά και προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι έλεγχοι φαίνεται να ενεργοποιήθηκαν καθυστερημένα, μετά τα σχετικά δημοσιεύματα. Στην υπόθεση φέρονται να ενεπλάκησαν η 1η Υπηρεσία Επιτρόπου Τομέα Αγροτικής Ανάπτυξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η Ε’ Δημοσιονομική Υπηρεσία Εποπτείας και Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Η εικόνα που αποτυπώνεται είναι βαριά. Το Ταμείο εμφανίζεται να λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου χωρίς οργανικές θέσεις, χωρίς προσωπικό και χωρίς εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας. Πρόκειται για θεσμική ανωμαλία που εκθέτει όχι μόνο τη διοικητική δομή του φορέα, αλλά και την πολιτική εποπτεία που όφειλε να διασφαλίζει την ορθή λειτουργία του.

Λογιστική αδιαφάνεια και προβληματική αποτύπωση της περιουσίας

Σύμφωνα με τις ελεγκτικές διαπιστώσεις, το Ταμείο τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα ταμειακής βάσης, καταγράφοντας έσοδα και έξοδα κατά την ημέρα της είσπραξης ή της πληρωμής. Ωστόσο, κατά το έγγραφο, όφειλε να τηρεί διπλογραφικό σύστημα, ώστε να υπάρχει πλήρης και αξιόπιστη εικόνα των οικονομικών του δεδομένων.

Η μη τήρηση διπλογραφικού συστήματος είχε ως συνέπεια να μη συντάσσονται όλες οι υποχρεωτικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις. Δεν καταρτίζονταν πλήρως η κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης, η κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης, η κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης, η κατάσταση ταμειακών ροών και οι επεξηγηματικές σημειώσεις.

Από τις απαιτούμενες καταστάσεις φέρεται να συντασσόταν μόνο ισολογισμός, χωρίς όμως να είναι δυνατή η πλήρης και ορθή αποτύπωση όλων των κονδυλίων σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα. Με άλλα λόγια, ο φορέας παρουσίαζε εικόνα οικονομικής κατάστασης χωρίς το αναγκαίο λογιστικό βάθος, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία των οικονομικών του στοιχείων.

Ανάλογα προβλήματα καταγράφονται και στο Μητρώο Παγίων. Το έγγραφο κάνει λόγο για ελλιπή ενημέρωση, ανεπαρκή καταγραφή των παγίων, απουσία πλήρων στοιχείων εξατομίκευσης, προβληματική αποτύπωση της αξίας τους και έλλειψη διαδικασιών καταστροφής ή απόσυρσης όσων δεν είναι πλέον λειτουργικά.

Στο ίδιο πλαίσιο, δεν φαίνεται να υφίσταται ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης της ακίνητης περιουσίας, του μόνιμου υλικού και των αναλώσιμων. Η λειτουργία με χειρόγραφα βιβλία, και μάλιστα με σοβαρές ελλείψεις, συνθέτει εικόνα διοίκησης άλλης εποχής σε φορέα που διαχειρίζεται δημόσιους πόρους.

Η απουσία ολοκληρωμένης ηλεκτρονικής παρακολούθησης, σε συνδυασμό με τη μη ορθή λογιστική καταχώρηση παραστατικών απόκτησης παγίων και αναλώσιμων υλικών, οδηγεί σε στρεβλή αποτύπωση της υπολειμματικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων και, κατ’ επέκταση, σε προβληματική καταγραφή της καθαρής θέσης του Ταμείου.

Εσωτερικός έλεγχος χωρίς εφαρμογή και πολιτικές ευθύνες

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η αναφορά ότι στον φορέα δεν λειτουργεί ουσιαστικά Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου. Αυτό συμβαίνει παρότι από τις 17 Ιουλίου 2020 υπήρχε σχετική υπουργική απόφαση, την οποία είχαν συνυπογράψει ο τότε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκης Βορίδης και ο τότε διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας.

Η απόφαση προέβλεπε ότι τον εσωτερικό έλεγχο του Ταμείου θα διενεργεί η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ουδέποτε συντάχθηκαν οι προβλεπόμενες ετήσιες εκθέσεις ελέγχου. Η διαπίστωση αυτή μετατρέπει την υπόθεση από απλή διοικητική ανεπάρκεια σε ζήτημα πολιτικής και θεσμικής ευθύνης.

Το πιο χαρακτηριστικό σημείο αφορά δαπάνες που φέρονται να μην συνδέονται με τον σκοπό ίδρυσης του Ταμείου. Αναφέρεται ενδεικτικά η διάθεση ποσών για κατασκηνώσεις υπαλλήλων, τη στιγμή που το ίδιο το Ταμείο εμφανίζεται χωρίς προσωπικό. Η αντίφαση αυτή συμπυκνώνει το πρόβλημα: ένας φορέας χωρίς οργανική λειτουργία, χωρίς επαρκή λογιστική παρακολούθηση και χωρίς πραγματικό εσωτερικό έλεγχο εμφανίζεται να καλύπτει δαπάνες αμφίβολης συνάφειας με την αποστολή του.

Σοβαρό ζήτημα ανακύπτει και για την ετήσια κατάρτιση προϋπολογισμών. Η νομοθεσία φέρεται να προβλέπει την κατάρτιση τριών προϋπολογισμών: του φορέα Φ110, που αφορά το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας, και του φορέα Φ001 με τα Α’ και Β’ Παραρτήματα, δηλαδή τον Ειδικό Λογαριασμό Σποροπαραγωγής και Φυτωρίων και την Υπηρεσία Εγγείων Βελτιώσεων. Οι προϋπολογισμοί αυτοί εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και από τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η πολιτική ουσία της υπόθεσης. Όταν οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται σε υπουργικό επίπεδο, η επίκληση άγνοιας ή υπηρεσιακής αδράνειας δεν αρκεί. Οι υπουργοί και οι γενικοί γραμματείς που είχαν την εποπτεία του φορέα οφείλουν να εξηγήσουν πώς επί χρόνια παρέμεινε ενεργός ένας μηχανισμός με τόσο σοβαρές ελλείψεις.

Το δημοσίευμα αναφέρεται ακόμη σε τροπολογία επί υπουργίας Γιώργου Γεωργαντά, με την οποία φέρονται να «νομιμοποιήθηκαν» δαπάνες ύψους 39 εκατομμυρίων ευρώ. Η αναφορά αυτή ανοίγει ένα ακόμη βαρύτερο ερώτημα: αν μπορεί μια μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση να θεραπεύσει πολιτικά και θεσμικά δαπάνες που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί μέσα σε πλαίσιο προβληματικής εποπτείας.

Η υπόθεση του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας δεν αφορά απλώς τεχνικές λογιστικές αστοχίες. Αφορά τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, τη λειτουργία ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τη λογοδοσία των διοικήσεων και την ευθύνη πολιτικών προϊσταμένων που υπέγραφαν ή ενέκριναν κρίσιμες αποφάσεις.

Σε μια περίοδο όπου ο αγροτικός τομέας βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο σκανδάλων, επιδοτήσεων, ελέγχων και ευρωπαϊκής επιτήρησης, η εικόνα ενός Ταμείου χωρίς προσωπικό, χωρίς σύγχρονη λογιστική βάση, χωρίς εσωτερικό έλεγχο και με ασαφείς δαπάνες συνιστά θεσμική προσβολή. Οι απαντήσεις δεν μπορούν να περιοριστούν σε υπηρεσιακές δικαιολογίες. Απαιτείται πλήρης δημοσιοποίηση των ελεγκτικών ευρημάτων, καταλογισμός ευθυνών όπου προκύπτουν και ουσιαστικός έλεγχος της διαδρομής κάθε ευρώ που διαχειρίστηκε ο φορέας.