Τουρκικός εκνευρισμός για τον άξονα Ελλάδας - Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο
Σύνοψη Άρθρου
Η τουρκική αρθρογραφία επιχειρεί να παρουσιάσει τη σύσφιξη Ελλάδας - Ισραήλ ως κίνδυνο για την Αθήνα.
Ο Ορχάν Σαλί της Sabah αποτυπώνει την τουρκική ανησυχία για έναν αντιτουρκικό άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα ενεργοποιεί το προπαγανδιστικό της αφήγημα, επιχειρώντας να αποδομήσει τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ.
Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, ως απάντηση στη διαρκή τουρκική πίεση στην Ανατολική Μεσόγειο, προκαλεί εμφανή νευρικότητα στην Άγκυρα. Η τουρκική αρθρογραφία επιχειρεί πλέον να παρουσιάσει την προσέγγιση Αθήνας - Τελ Αβίβ ως κίνηση που μπορεί να στραφεί εναντίον της ίδιας της Ελλάδας, αποκαλύπτοντας όμως περισσότερο τον φόβο της Τουρκίας μπροστά στη συγκρότηση ενός ισχυρότερου περιφερειακού άξονα.
Τη γραμμή αυτή αποτυπώνει ο Τούρκος δημοσιογράφος Ορχάν Σαλί της Sabah, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εμπλοκή του ισραηλινού παράγοντα μεταβάλλει ριζικά την εξίσωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Κατά την ανάγνωσή του, μια αντιπαράθεση που για δεκαετίες κινούνταν γύρω από το Αιγαίο και το Κυπριακό κινδυνεύει πλέον να λάβει ευρύτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά, με απρόβλεπτες συνέπειες για την Τουρκία.
Στην πραγματικότητα, πίσω από την προειδοποίηση προς την Αθήνα διακρίνεται η αγωνία της Άγκυρας για τη δημιουργία ενός πλέγματος συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Γαλλία μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Το τουρκικό αφήγημα περί «βολικής απειλής»
Ο Σαλί υποστηρίζει ότι η Ελλάδα αξιοποιεί επί χρόνια τον φόβο της «τουρκικής απειλής» ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής, ιδίως σε περιόδους οικονομικής ή πολιτικής αστάθειας. Πρόκειται για γνώριμο μοτίβο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, το οποίο επιχειρεί να εμφανίσει την ελληνική ανησυχία ως κατασκευή και όχι ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων τουρκικών ενεργειών.
Στην ίδια γραμμή, ο Τούρκος αρθρογράφος παρουσιάζει την Τουρκία ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη, με επιρροή από τη Λιβύη και τη Συρία έως τον Καύκασο και την Αφρική, καθώς και με ραγδαία αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία. Το αφήγημα αυτό αποσιωπά, όμως, την ουσία: την καθημερινή τουρκική αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, το casus belli, τις υπερπτήσεις, τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την εργαλειοποίηση στρατιωτικής ισχύος σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Κατά την τουρκική οπτική, η Άγκυρα δεν έχει ακολουθήσει ανοιχτά αντιελληνική θεωρία. Η θέση αυτή αγνοεί το γεγονός ότι η Τουρκία έχει οικοδομήσει σταθερά ένα πλαίσιο αναθεωρητισμού, το οποίο αμφισβητεί διεθνείς συνθήκες, θαλάσσιες ζώνες, νησιωτικά δικαιώματα και την ίδια τη λειτουργία του Δικαίου της Θάλασσας στην περιοχή.
Η ελληνική προσέγγιση με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Γαλλία παρουσιάζεται από την τουρκική πλευρά ως επιλογή δημιουργίας μετώπων. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για αντίδραση σε μια τουρκική πολιτική που εδώ και χρόνια επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο μονομερούς επιβολής.
Η επίθεση στο Ισραήλ και η θρησκευτική εργαλειοποίηση
Ο Τούρκος δημοσιογράφος στρέφεται στη συνέχεια κατά του Ισραήλ και της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι για ένα διεθνώς απομονωμένο Τελ Αβίβ, μετά τα γεγονότα στη Γάζα, η Ελλάδα λειτουργεί ως χρήσιμη γεωπολιτική πλατφόρμα και ως διπλωματικό στήριγμα εντός της Ευρώπης.
Η τουρκική επιχειρηματολογία επιχειρεί να παρουσιάσει το Ισραήλ ως καιροσκοπικό παράγοντα, που χρησιμοποιεί τις συμμαχίες του με αποκλειστικό γνώμονα την επιβίωσή του. Στο ίδιο πλαίσιο αναπαράγεται και ο χαρακτηρισμός του Ισραήλ ως «χάρτινης τίγρης», με το επιχείρημα ότι η στρατηγική του ισχύς εξαρτάται από την οικονομική και στρατιωτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Άγκυρα προσπαθεί έτσι να υπονομεύσει την αξιοπιστία του ισραηλινού παράγοντα στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης, παρουσιάζοντας τη συνεργασία Ελλάδας - Ισραήλ ως ευκαιριακή, ασταθή και επικίνδυνη. Η στόχευση είναι σαφής: να καλλιεργηθεί αμφιβολία για το κατά πόσο η Αθήνα μπορεί να στηριχθεί σε έναν εταίρο που βρίσκεται σε σύγκρουση με μεγάλο μέρος του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια του Σαλί να προσδώσει θρησκευτικό υπόβαθρο στην κριτική κατά του Ισραήλ. Επικαλείται επιθέσεις σε ορθόδοξο κλήρο, βανδαλισμούς εκκλησιών και παρενοχλήσεις ιερέων στην Ιερουσαλήμ, επιχειρώντας να πείσει ότι η ανησυχία για την ισραηλινή πολιτική δεν περιορίζεται στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, αλλά αγγίζει και τους Χριστιανούς.
Η συγκεκριμένη επίκληση είναι εμφανώς επιλεκτική. Η τουρκική αρθρογραφία εμφανίζεται να ενδιαφέρεται για την ασφάλεια των Χριστιανών στους Αγίους Τόπους, ενώ αποσιωπά τη βαριά ιστορική κληρονομιά της ίδιας της Τουρκίας απέναντι σε χριστιανικούς πληθυσμούς, από τις γενοκτονίες και τους διωγμούς έως τη συστηματική συρρίκνωση της χριστιανικής παρουσίας στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη.
Η απόπειρα αυτή δεν είναι τυχαία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη τουρκική προσπάθεια να πλήξει τη θετική εικόνα του Ισραήλ σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αξιοποιώντας θρησκευτικά αντανακλαστικά και ευαισθησίες γύρω από την Ορθοδοξία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ έχει προκαλέσει εμφανή ανησυχία στην Τουρκία. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι η Αθήνα δεν κινείται πλέον μόνη της στην Ανατολική Μεσόγειο και ότι η διαμόρφωση ενός πλέγματος στρατηγικών σχέσεων περιορίζει τα περιθώρια τουρκικής πίεσης.
Γι’ αυτό και ο τουρκικός προπαγανδιστικός μηχανισμός επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση ως παγίδα για την Ελλάδα. Στην πράξη, όμως, η ένταση της τουρκικής αντίδρασης επιβεβαιώνει ότι η συμμαχία αυτή υπολογίζεται σοβαρά στην Άγκυρα και θεωρείται εμπόδιο στη νεοοθωμανική στρατηγική προβολής ισχύος στην περιοχή.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αποχωρεί ο καπετάνιος του MV Hondius
Τραμπ: Συμφωνία για τα Στενά του Ορμούζ