Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο
Υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η πολιτική παύει να είναι διακυβέρνηση και γίνεται σκηνοθεσία. Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, το όριο αυτό έχει προ πολλού ξεπεραστεί. Η κυβέρνηση επιμένει να πουλά εικόνα διεθνούς κύρους, τριμερείς συναντήσεις, διμερείς επαφές, δηλώσεις υψηλής στρατηγικής και φωτογραφίες με Ευρωπαίους ηγέτες, την ώρα που η ελληνική κοινωνία στενάζει κάτω από το βάρος μιας καθημερινότητας που δεν βγαίνει. Αυτό είναι πλέον το κεντρικό πολιτικό γεγονός. Όχι οι συναντήσεις κορυφής, αλλά το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη βιτρίνα της εξουσίας και στην πραγματική ζωή των πολιτών.
Η συνάντηση Μητσοτάκη, Χριστοδουλίδη και Μακρόν μπορεί να εξυπηρετεί διπλωματικούς σχεδιασμούς, μπορεί να εντάσσεται στη λογική των γεωπολιτικών ισορροπιών, μπορεί να παράγει χρήσιμο συμβολισμό για τους κυβερνητικούς επιτελείς. Αλλά για τον μέσο Έλληνα έχει μία απλή και σκληρή απορία: τι αλλάζει; Πέφτει η τιμή των καυσίμων; Μειώνεται το κόστος ζωής; Ελαφραίνει το καλάθι του σούπερ μάρκετ; Ανασαίνει η αγορά; Η απάντηση είναι όχι. Και εκεί ακριβώς καταρρέει όλη η επικοινωνιακή παράσταση.
Ο Έλληνας δεν ζει με διπλωματικά χαμόγελα. Δεν πληρώνει τη βενζίνη με ανακοινωθέντα. Δεν αγοράζει τρόφιμα με φωτογραφίες ηγετών. Ζει ή δεν ζει από την πραγματική οικονομία, από την αξία του εισοδήματός του, από τη δυνατότητα να σταθεί όρθιος χωρίς να νιώθει ότι κάθε εβδομάδα χάνει κι άλλο έδαφος. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια που μετρά. Και αυτήν η κυβέρνηση προσπαθεί να θάψει κάτω από στρώματα επικοινωνίας.
Ασφαλώς, δεν μπορεί κανείς να αποδώσει μηχανικά και αποκλειστικά στην ελληνική κυβέρνηση την άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας ή τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Όμως αυτό δεν αθωώνει κανέναν. Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση προκαλεί την κρίση, αλλά αν είναι στοιχειωδώς ικανή να την προβλέψει, να την απορροφήσει και να προστατεύσει την κοινωνία. Και εδώ η απάντηση είναι επίσης αποκαρδιωτική.
Περάσαμε πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό, φυσικές καταστροφές, διεθνή ανασφάλεια, αλυσίδες εφοδιασμού υπό πίεση. Ένα κράτος που έπειτα από όλα αυτά εξακολουθεί να εμφανίζεται ανέτοιμο, αμήχανο και ανίκανο να παρέμβει υπέρ της κοινωνίας δεν είναι επιτελικό. Είναι ένα κράτος βιτρίνας. Ισχυρό στα λόγια, αδύναμο στην πράξη. Απαιτητικό απέναντι στους πολίτες, αλλά παθητικό απέναντι στις στρεβλώσεις της αγοράς.
Την ίδια ώρα, οι τράπεζες ευημερούν, τα funds επεκτείνονται, τα μεγάλα συμφέροντα προστατεύονται και η πραγματική οικονομία ασφυκτιά. Αυτή η αντίφαση δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Είναι πολιτική επιλογή. Όταν ο τραπεζικός τομέας θησαυρίζει ενώ η αγορά στεγνώνει από ρευστότητα, όταν οι ισχυροί συσσωρεύουν και οι αδύναμοι περικόπτουν ακόμη και τα στοιχειώδη, τότε δεν έχουμε ανάπτυξη. Έχουμε αναδιανομή προς τα πάνω. Έχουμε οικονομία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα λίγων, με τους πολλούς να πληρώνουν τον λογαριασμό.
Το ίδιο ισχύει στα καύσιμα. Δεν είναι δυνατόν, μέσα σε συνθήκες διεθνούς αναταραχής, το κράτος να παρακολουθεί παθητικά την αγορά και να παριστάνει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Με τόσους κρίκους στην αλυσίδα, με τόσα περιθώρια ελέγχου, με τόσες δυνατότητες αυστηρότερης εποπτείας, η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης δεν είναι αδυναμία. Είναι πολιτική απροθυμία. Και αυτή η απροθυμία μεταφράζεται σε ασφυξία για τον πολίτη.
Στα σούπερ μάρκετ η κατάσταση είναι ακόμη πιο ωμή. Οι τιμές βασικών αγαθών έχουν γίνει για πολλές οικογένειες απλώς απαγορευτικές. Δεν μιλάμε για πολυτέλειες. Μιλάμε για τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια της διαβίωσης. Για το τραπέζι του σπιτιού. Για την αγωνία του γονιού. Για τη μόνιμη ψυχολογία στέρησης που εγκαθίσταται πλέον ως κανονικότητα. Και όταν μια κοινωνία συνηθίζει να ζει με λιγότερα, όχι από επιλογή αλλά από εξαναγκασμό, τότε η φθορά δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι ηθική, κοινωνική, εθνική.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να εμφανίζει ως πολιτικό κεκτημένο τη διεθνή κινητικότητα και τις συμμαχικές χειραψίες. Πρόκειται για βαθιά παρεξηγημένη πολιτική λογική. Διότι η εξωτερική πολιτική έχει αξία όταν επιστρέφει ως ασφάλεια, σταθερότητα και όφελος στην κοινωνία. Όταν δεν επιστρέφει τίποτε, μένει απλώς το φόντο της φωτογραφίας. Και ο λαός δεν τρώει φόντο.
Το χειρότερο είναι ότι η συσσωρευμένη πίεση θα παραγάγει αναπόφευκτα πολιτικές συνέπειες, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα παραγάγει και λύσεις. Η φθορά της κυβέρνησης μπορεί κάλλιστα να δώσει χώρο όχι στους άξιους, αλλά στους πρόθυμους. Όχι στους σοβαρούς, αλλά στους τυχοδιώκτες. Και έτσι ο τόπος κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μια εξουσία που εξαντλήθηκε ηθικά και σε μια αντιπολίτευση που συχνά δεν πείθει πολιτικά.
Αυτή είναι η πικρή ουσία: η Ελλάδα δεν κυβερνάται πια με όρους κοινωνικής ανακούφισης, αλλά με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης της παρακμής. Οι επάνω φωτογραφίζονται, οι από κάτω στενάζουν. Οι ισχυροί θωρακίζονται, οι πολλοί απογυμνώνονται. Και κάποια στιγμή, όταν το χάσμα γίνει αγεφύρωτο, δεν θα αρκεί ούτε η καλύτερη εικόνα, ούτε το πιο λαμπερό χαμόγελο, ούτε η πιο προσεγμένη σύνοδος κορυφής.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να δείχνει ισχυρή αντί να είναι χρήσιμη, δεν αργεί η ώρα που η κοινωνία παύει να τη φοβάται, παύει να την πιστεύει και αρχίζει να τη θεωρεί αυτό που πραγματικά είναι: μέρος του προβλήματος.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο