Σήμερα Γιορτάζουν:

ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ

ΧΑΡΙΣ

4 Ιανουαρίου 2026

Γαλλική δημοσιονομική ασφυξία που εξελίσσεται σε ελληνική τραγωδία

Το γαλλικό Δημόσιο προετοιμάζεται να αντλήσει 310 δισεκατομμύρια ευρώ από τις αγορές το 2026, παρότι η χρονιά αναμένεται να ξεκινήσει χωρίς ψηφισμένο προϋπολογισμό και με ενεργοποίηση έκτακτων δημοσιονομικών ρυθμίσεων. Η επιλογή αυτή αποτυπώνει το βάθος μιας κρίσης που επηρεάζεται από το αυξανόμενο χρέος, τα παρατεταμένα ελλείμματα, το κατακερματισμένο κοινοβούλιο και τη μετατόπιση της πολιτικής προσοχής προς τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Η αποτυχία ψήφισης του προϋπολογισμού οδηγεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στη χρήση του μηχανισμού έκτακτου προϋπολογισμού, ο οποίος παρατείνει την ισχύ του προηγούμενου δημοσιονομικού νόμου ώστε να συνεχιστεί η λειτουργία του κράτους. Αντίστοιχη διαδικασία είχε εφαρμοστεί και για τον προϋπολογισμό του 2025, ο οποίος εγκρίθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Francois Villeroy de Galhau, έχει επισημάνει ότι η διατήρηση του περσινού πλαισίου στο νέο έτος συνεπάγεται διεύρυνση του ελλείμματος, επισημαίνοντας τον κίνδυνο επιβάρυνσης της ήδη πιεσμένης οικονομικής κατάστασης.

Σύμφωνα με το προσχέδιο που είχε παρουσιαστεί τον Οκτώβριο, η Γαλλία χρειάζεται πάνω από 305 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026 για τη χρηματοδότηση των κρατικών λειτουργιών και την αναχρηματοδότηση παλαιότερου χρέους. Το σχέδιο χρηματοδότησης προβλέπει έκδοση ομολόγων ύψους περίπου 310 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς αυξάνονται οι λήξεις προηγούμενων δανείων και απαιτείται ακριβότερη αναχρηματοδότηση. Οι αποπληρωμές παλαιού χρέους αναμένεται να αυξηθούν από τα 168 δισεκατομμύρια ευρώ του 2025 σε σχεδόν 176 δισεκατομμύρια το 2026, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να φτάσει περίπου τα 124 δισεκατομμύρια ευρώ. Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ενισχύεται λόγω υψηλότερων επιτοκίων και των υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις των Moody’s, S&P και Fitch υπογραμμίζουν την αυξανόμενη ανησυχία των αγορών για την πορεία του γαλλικού χρέους. Οι αξιολογήσεις αντανακλούν το υψηλό επίπεδο δανεισμού, τη δυσκολία μεταρρυθμίσεων και τις επαναλαμβανόμενες δημοσιονομικές αποκλίσεις. Με τους ξένους επενδυτές να κατέχουν πάνω από το μισό του διαπραγματεύσιμου χρέους, η γαλλική οικονομία βρίσκεται εκτεθειμένη σε διακυμάνσεις εμπιστοσύνης και αυξημένες απαιτήσεις απόδοσης. Οι τόκοι του χρέους αναμένεται να ξεπεράσουν τα 59 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026, ποσό που απορροφά σημαντικούς δημόσιους πόρους.

Το συνολικό χρέος της Γαλλίας, το οποίο ανέρχεται σε 3,2 τρισεκατομμύρια ευρώ, έχει αυξηθεί από το 97,4% του ΑΕΠ το 2019 σε πάνω από 112% το 2023. Η χώρα τοποθετείται ανάμεσα στα πιο υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης, σημαντικά πάνω από το όριο του 60% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί. Η Γερμανία παραμένει στο περίπου 62% και ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώνεται κάτω από το 90%. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας, που είχε διαμορφωθεί στο 2,1% του ΑΕΠ το 2019, έφτασε το 4,9% το 2023, ενώ η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πρωτογενές έλλειμμα.

Οι υψηλές δημόσιες δαπάνες αποτελούν σταθερό χαρακτηριστικό της γαλλικής οικονομίας, ιδιαίτερα στους τομείς κοινωνικής προστασίας, υγείας και συντάξεων. Οι κρίσεις της πανδημίας και των τιμών της ενέργειας επιβάρυναν περαιτέρω το δημοσιονομικό πλαίσιο, καθώς η κυβέρνηση επέλεξε μέτρα στήριξης που δημιούργησαν μόνιμες δαπάνες. Η οικονομική ανάπτυξη κινείται με χαμηλούς ρυθμούς, επηρεασμένη από περιορισμένη κατανάλωση, χαμηλές επενδύσεις και πολιτική αβεβαιότητα.

Η πολιτική σκηνή παραμένει ρευστή, με τον πρόεδρο Emmanuel Macron να έχει προχωρήσει σε διαδοχικές αλλαγές πρωθυπουργών μέσα στη δεύτερη θητεία του. Ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu καλείται να διαχειριστεί το πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2026 υπό την πίεση του Ελιζέ και την προοπτική προτάσεων δυσπιστίας από διαφορετικές πτέρυγες. Η αντιπολίτευση προετοιμάζει τη στρατηγική της ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, αξιοποιώντας τη δημοσιονομική κατάσταση και τη θεσμική δυσκολία συνεννόησης. Οι πολιτικές δυνάμεις διαμορφώνουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τις δαπάνες, τη φορολογία και τη διαχείριση του χρέους, με στόχο να κατοχυρώσουν εκλογικό πλεονέκτημα.

Η Κάτω Βουλή θα επανέλθει στην εξέταση του πλήρους προϋπολογισμού τις επόμενες εβδομάδες, με έναρξη συζητήσεων στις 13 Ιανουαρίου. Η τελική μορφή του νομοσχεδίου απαιτεί συμφωνία και των δύο σωμάτων. Το δημοσιονομικό περιβάλλον της Γαλλίας αντανακλά αδυναμία προσαρμογής σε μια συγκυρία αυξημένων απαιτήσεων διαχείρισης χρέους, ενώ η Ευρωζώνη παρακολουθεί την εξέλιξη που ενδέχεται να επηρεάσει ευρύτερες ισορροπίες.