LIVE Ακούστε Live Πρωινό Βήμα
31 Αυγούστου 2026

Η Ευρώπη στο περιθώριο, η Αθήνα μπροστά – Τι διακυβεύεται στη συνάντηση Μητσοτάκη–Αούν

Ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα αποκτά η σημερινή συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, στο Μέγαρο Μαξίμου, σε μια περίοδο κατά την οποία η εύθραυστη ισορροπία στον Λίβανο και συνολικά στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει υπό συνεχή απειλή.

Η επίσκεψη του Λιβανέζου προέδρου στην Αθήνα ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής διμερούς επαφής. Για την Ελλάδα αποτελεί ευκαιρία να ενισχύσει τον πολιτικό και διπλωματικό της ρόλο σε μια περιοχή όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίστηκε πολύ πιο αδύναμη πολιτικά από όσο θα δικαιολογούσαν τα συμφέροντα και οι δεσμοί της.

Παρά τις ισχυρές σχέσεις ευρωπαϊκών κρατών με τον Λίβανο και το Ισραήλ, η βασική διαπραγματευτική πρωτοβουλία παρέμεινε στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον ανέλαβε τον κεντρικό ρόλο στις συνομιλίες, ενώ η ευρωπαϊκή παρουσία περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ανθρωπιστική βοήθεια, στην οικονομική στήριξη και στην ενδυνάμωση των λιβανικών κρατικών θεσμών.

Η σημερινή συνάντηση προσφέρει έτσι στην Αθήνα τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ένας ευρωπαϊκός δίαυλος που μπορεί να συνομιλεί με τη Βηρυτό, διατηρώντας ταυτόχρονα στενή στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις της με τις δύο πλευρές δημιουργούν ένα διπλωματικό κεφάλαιο που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Η Ευρώπη πληρώνει, αλλά οι ΗΠΑ κρατούν τα κλειδιά της διαπραγμάτευσης

Η περίπτωση της Γαλλίας είναι χαρακτηριστική των ευρωπαϊκών περιορισμών. Το Παρίσι διαθέτει ιστορικούς και πολιτικούς δεσμούς με τον Λίβανο και έχει στηρίξει επανειλημμένα την κυριαρχία και τη σταθερότητα της χώρας. Η γαλλική επιρροή, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε σε ανάλογο βάρος στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός και τη μεταπολεμική διευθέτηση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν ο κυρίαρχος μεσολαβητής, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρίσκεται σε μια γνώριμη και προβληματική θέση: να διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη πολιτική επιρροή στο τραπέζι των αποφάσεων.

Η κατάσταση στον Λίβανο εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Η κατάπαυση του πυρός που συμφωνήθηκε στα μέσα Απριλίου του 2026 άνοιξε τον δρόμο για απευθείας διαπραγματεύσεις, χωρίς να εξαλείψει τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης. Οι συγκρούσεις και οι παραβιάσεις που ακολούθησαν κατέδειξαν πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια ασφαλείας.

Στα τέλη Ιουνίου υπεγράφη στην Ουάσιγκτον το τριμερές πλαίσιο μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Λιβάνου, με στόχο τη σταδιακή αποκλιμάκωση, την ενίσχυση της κυριαρχίας του λιβανικού κράτους και την ανάληψη της ευθύνης ασφαλείας από τις Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Κεντρικό και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ζήτημα παραμένει ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ. Το Ισραήλ θέτει το συγκεκριμένο θέμα ως βασική προϋπόθεση ασφαλείας, ενώ η λιβανική κυβέρνηση καλείται να ενισχύσει τον έλεγχο του κράτους σε ολόκληρη την επικράτεια και να επιβάλει στην πράξη το κρατικό μονοπώλιο στα όπλα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Το πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης ύψους 1 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027 καλύπτει μεταξύ άλλων την ενίσχυση κρατικών υπηρεσιών, τη διαχείριση του μεταναστευτικού και τη στήριξη των θεσμών ασφαλείας.

Μέσα στο 2026 προστέθηκαν ακόμη 100 εκατ. ευρώ ανθρωπιστικής βοήθειας, καθώς οι ανάγκες εκτοξεύθηκαν εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων και του μαζικού εκτοπισμού πληθυσμού.

Η ανθρωπιστική διάσταση είναι τεράστια. Τα επίσημα στοιχεία του λιβανικού υπουργείου Υγείας είχαν καταγράψει έως τις αρχές Ιουλίου 4.319 νεκρούς και 12.203 τραυματίες από τις 2 Μαρτίου, ενώ περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Η Αθήνα μπροστά σε μια διπλωματική ευκαιρία με πραγματικό βάρος

Το δεύτερο μεγάλο πεδίο ευρωπαϊκής εμπλοκής αφορά την ενίσχυση του λιβανικού κράτους και κυρίως των Λιβανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Τον Ιούνιο, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε νέο μέτρο ύψους 100 εκατ. ευρώ μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη, ανεβάζοντας τη συνολική σχετική στήριξη προς τις Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου στα 182 εκατ. ευρώ.

Στόχος είναι ο λιβανικός στρατός να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα ελέγχου του εδάφους, των συνόρων και κρίσιμων υποδομών, ώστε το κράτος να μπορεί να επιβάλει την κυριαρχία του και να μειώσει την εξάρτηση της ασφάλειας από μη κρατικούς ένοπλους σχηματισμούς.

Παράλληλα, στις Βρυξέλλες εξετάζονται σενάρια για ευρωπαϊκή παρουσία στον Λίβανο μετά την ολοκλήρωση της αποστολής της UNIFIL. Η εντολή της δύναμης του ΟΗΕ έχει παραταθεί για τελευταία φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, ενώ στη συνέχεια προβλέπεται οργανωμένη διαδικασία αποχώρησης.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη διαθέτει οικονομικά και θεσμικά εργαλεία. Εκεί όπου εξακολουθεί να παρουσιάζει εμφανές έλλειμμα είναι στην παραγωγή ενιαίας και αποτελεσματικής διπλωματικής ισχύος.

Σε αυτό ακριβώς το κενό μπορεί να επιχειρήσει να τοποθετηθεί η Ελλάδα. Η Αθήνα διατηρεί ισχυρές σχέσεις με το Ισραήλ, ταυτόχρονα όμως έχει συμφέρον να στηρίξει τη σταθερότητα, την εδαφική ακεραιότητα και την κρατική κυριαρχία του Λιβάνου. Μια νέα αποσταθεροποίηση θα είχε άμεσες συνέπειες για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι τις μεταναστευτικές ροές.

Οι σημερινές δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτούν επομένως ιδιαίτερη σημασία. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν διαθέτει θεσμική εντολή να μιλήσει εξ ονόματος ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως η τοποθέτησή του θα έχει αναπόφευκτα ευρωπαϊκή και περιφερειακή διάσταση, καθώς η Αθήνα επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η συνάντηση με τον Ζοζέφ Αούν αποτελεί δοκιμασία για το κατά πόσο η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να μετατρέψει τις καλές διμερείς σχέσεις και τη γεωγραφική θέση της χώρας σε πραγματική διπλωματική επιρροή. Σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί με δισεκατομμύρια τη σταθερότητα του Λιβάνου, ενώ άλλες δυνάμεις καθορίζουν τους όρους της διαπραγμάτευσης, η Ελλάδα έχει μπροστά της μια ευκαιρία να διεκδικήσει ουσιαστικότερο ρόλο και όχι απλώς θέση παρατηρητή.