ΗΠΑ–Γερμανία: Η απόφαση Τραμπ για απόσυρση στρατευμάτων και το βαρύ παρασκήνιο
Η απόφαση του αμερικανικού Πενταγώνου να αποσύρει περίπου 5.000 στρατιωτικούς από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες ανοίγει νέο κεφάλαιο έντασης στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Βερολίνου. Η μείωση αφορά περίπου το 15% των αμερικανικών δυνάμεων που σταθμεύουν στη γερμανική επικράτεια και έρχεται ως σαφές μήνυμα δυσαρέσκειας της κυβέρνησης Τραμπ προς τη γερμανική ηγεσία.
Η εξέλιξη δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά για το Βερολίνο. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, καθώς και η στάση της κυβέρνησής του απέναντι στις αμερικανικές απαιτήσεις για μεγαλύτερη εμπλοκή στην πολεμική προσπάθεια, είχαν ήδη επιβαρύνει το κλίμα με την Ουάσινγκτον.
Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, χαρακτήρισε την απόφαση «προβλέψιμη», στέλνοντας παράλληλα μήνυμα ότι η γερμανική πλευρά δεν προτίθεται να υποχωρήσει πολιτικά. Όπως ανέφερε, η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία εξυπηρετεί τόσο τα ευρωπαϊκά όσο και τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Πιστόριους πρόσθεσε ότι οι Ευρωπαίοι οφείλουν να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλειά τους. Η δήλωση αυτή κινείται στην πάγια γραμμή του Βερολίνου, που επιδιώκει να εμφανιστεί ως αξιόπιστος σύμμαχος, διατηρώντας ταυτόχρονα περιθώρια αυτονομίας στη διαχείριση κρίσιμων διεθνών θεμάτων.
Το μήνυμα Τραμπ προς το Βερολίνο
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν διακινηθεί σε διπλωματικό επίπεδο, οι Αμερικανοί είχαν καταστήσει σαφές ότι η αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων είχε τιμωρητικό χαρακτήρα. Η Γερμανία θεωρήθηκε από την Ουάσινγκτον απρόθυμη να στηρίξει ουσιαστικά την πολεμική προσπάθεια στον βαθμό που ζητούσε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Μέχρι την ανακοίνωση του Πενταγώνου, μεγάλο μέρος του γερμανικού πολιτικού συστήματος αντιμετώπιζε τις απειλές του Αμερικανού προέδρου ως διαπραγματευτική πίεση. Στο Βερολίνο υπήρχε η εκτίμηση ότι ο Τραμπ δύσκολα θα προχωρούσε σε πραγματική μετακίνηση στρατευμάτων από την Ευρώπη, ιδίως χωρίς πολιτική έγκριση από το Κογκρέσο.
Η εκτίμηση αυτή στηριζόταν και στην εμπειρία της πρώτης προεδρικής του θητείας, όταν είχε επιχειρήσει να μειώσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γερμανία χωρίς να ολοκληρώσει τον σχεδιασμό του. Σήμερα, η απόφαση δείχνει ότι ο Τραμπ επέλεξε να μετατρέψει την απειλή σε πράξη.
Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε πολλαπλασιάσει τις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αιχμές κατά της Γερμανίας. Ανάμεσα σε αυτές υπήρχε και σαφής προειδοποίηση για απόσυρση μέρους των αμερικανικών δυνάμεων. Οι Γερμανοί ηγέτες δεν έδειξαν δημοσίως ότι πίστευαν πως η απειλή θα εφαρμοζόταν άμεσα.
Τον Μάρτιο, κατά την επίσκεψη του Φρίντριχ Μερτς στην Ουάσινγκτον, ο Γερμανός καγκελάριος είχε δηλώσει ότι ο Τραμπ είχε αποσύρει από το τραπέζι το ενδεχόμενο μείωσης στρατευμάτων. Η πραγματικότητα των τελευταίων ημερών ανέτρεψε αυτή την εκτίμηση και έφερε το Βερολίνο μπροστά σε νέα διατλαντική πίεση.
Η γερμανική αυτοπεποίθηση και οι βάσεις των ΗΠΑ
Οι Γερμανοί αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι η Ουάσινγκτον είχε σοβαρούς λόγους να διατηρήσει ακέραιη τη στρατιωτική της παρουσία στη Γερμανία. Οι αμερικανικές βάσεις στη χώρα παραμένουν κρίσιμος επιχειρησιακός κόμβος για τις ΗΠΑ, ιδίως σε περιόδους έντασης στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Ευρώπη.
Η Γερμανία, σε αντίθεση με άλλους ευρωπαίους συμμάχους, είχε επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να αξιοποιήσουν βάσεις στο έδαφός της για την υποστήριξη επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Παράλληλα, εξακολουθεί να φιλοξενεί μεγάλο αμερικανικό στρατιωτικό νοσοκομείο, στο οποίο περιθάλπονται εδώ και δεκαετίες τραυματισμένοι Αμερικανοί στρατιωτικοί από πολεμικά μέτωπα, όπως το Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Αυτή η επιχειρησιακή σημασία είχε καλλιεργήσει στο Βερολίνο την αίσθηση ότι η αμερικανική πλευρά θα απέφευγε κινήσεις που θα αποδυνάμωναν τις δικές της δυνατότητες στην Ευρώπη. Η ανακοίνωση του Πενταγώνου έδειξε ότι ο Τραμπ προτάσσει πλέον το πολιτικό μήνυμα προς τη Γερμανία.
Η στάση του Μερτς είχε επίσης βαρύνει την κατάσταση. Ο Γερμανός καγκελάριος δεν ζήτησε δημοσίως συγγνώμη ούτε ανασκεύασε τις αιχμηρές αναφορές του για τη στρατηγική του Τραμπ στον πόλεμο. Σε ομιλία του προς Γερμανούς μαθητές είχε δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στερούνται στρατηγικής για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Στην ίδια τοποθέτηση είχε αναφέρει ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές είχαν ταπεινώσει ολόκληρο το αμερικανικό έθνος. Οι φράσεις αυτές προκάλεσαν έντονη δυσφορία στην Ουάσινγκτον, καθώς ερμηνεύθηκαν ως ευθεία αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεσίας σε μια περίοδο πολεμικής έντασης.
Λίγο αργότερα, απευθυνόμενος σε Γερμανούς στρατιώτες, ο Μερτς επιχείρησε να προβάλει εικόνα σταθερής διατλαντικής συνεργασίας. Τόνισε ότι η Γερμανία διατηρεί στενή σχέση εμπιστοσύνης με τους εταίρους της και ιδίως με την Ουάσινγκτον, προσθέτοντας ότι η σχέση αυτή στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και στη δίκαιη κατανομή των βαρών ασφαλείας.
Η εσωτερική γραμμή του Βερολίνου και η αντίδραση μετά την απόφαση
Την ένταση αύξησε και ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ο οποίος υπερασπίστηκε τον Μερτς απέναντι στις επιθέσεις του Τραμπ. Ο επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών δήλωσε ότι η Γερμανία δεν χρειάζεται αυτή την περίοδο συμβουλές από τον Αμερικανό πρόεδρο και τον κάλεσε να δει το χάος που δημιούργησε με τον πόλεμο.
Ο Κλίνγκμπαϊλ, ως ηγέτης του μικρότερου εταίρου στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό τους Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς, έχει υιοθετήσει κατά καιρούς πιο σκληρή γλώσσα έναντι του Τραμπ. Η τοποθέτησή του επιβεβαίωσε ότι στο εσωτερικό της γερμανικής κυβέρνησης υπάρχει ευρύτερη δυσφορία για την πίεση της Ουάσινγκτον.
Οι Γερμανοί αξιωματούχοι πίστευαν επίσης ότι είχαν βρει μια ενδιάμεση λύση απέναντι στις απαιτήσεις του Τραμπ για ευρωπαϊκή στρατιωτική συνδρομή στην ασφάλεια των στενών και στην αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας. Το Βερολίνο είχε εμφανιστεί θετικό σε συμμετοχή, με πιθανή αποστολή ναρκαλιευτικών, υπό συγκεκριμένους όρους.
Ο Μερτς είχε επαναλάβει ότι η Γερμανία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε τέτοια αποστολή μόνο εφόσον υπάρξει μόνιμη κατάπαυση του πυρός. Παράλληλα, για λόγους συνταγματικής νομιμότητας, το Βερολίνο ζητούσε η αποστολή να έχει έγκριση διεθνούς οργανισμού, όπως τα Ηνωμένα Έθνη ή η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η στάση αυτή δεν ικανοποίησε τον Τραμπ, ο οποίος ζητούσε άμεση και πιο καθαρή ευρωπαϊκή συνδρομή. Η απόφαση για αποχώρηση 5.000 στρατιωτικών από τη Γερμανία λειτουργεί πλέον ως πίεση προς το Βερολίνο, αλλά και ως προειδοποίηση προς τους υπόλοιπους Ευρωπαίους συμμάχους.
Μετά την ανακοίνωση, ο Μερτς επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους. Δήλωσε ότι η διατλαντική συνεργασία βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στην καρδιά του, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την εικόνα εμπιστοσύνης με την Ουάσινγκτον. Η προσπάθεια αυτή ήρθε αφού η αμερικανική απόφαση είχε ήδη δημιουργήσει νέο πολιτικό τετελεσμένο.
Η κίνηση του Πενταγώνου δείχνει ότι ο Τραμπ αντιμετωπίζει πλέον τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη ως εργαλείο πολιτικής πίεσης. Για τη Γερμανία, η απόσυρση των 5.000 στρατιωτικών αποτελεί σαφές μήνυμα ότι η εποχή της αυτόματης αμερικανικής ανοχής απέναντι στις ευρωπαϊκές επιφυλάξεις έχει περιοριστεί δραστικά.
Πιο Δημοφιλή
Ο πατριωτισμός κατά περίπτωση και η δημοκρατία αλά καρτ
Υποκλοπές: Το αρχείο της ντροπής
Πιο Πρόσφατα