Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

8 Αυγούστου 2025

Η ελληνική οικονομία το 2024 και το πρώτο τρίμηνο του 2025: Η διπλή όψη της στατιστικής ανάκαμψης

Η τελευταία έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για την ελληνική οικονομία, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 8 Αυγούστου 2025, προσφέρει μια πλήρη ακτινογραφία των βασικών μακροοικονομικών δεικτών, από το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό έως το εμπορικό ισοζύγιο και τα δημόσια οικονομικά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα διατήρησε το 2024 ρυθμούς ανάπτυξης πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με την ανεργία να συνεχίζει να υποχωρεί και τα δημοσιονομικά μεγέθη να βελτιώνονται. Ωστόσο, η προσεκτική ανάγνωση των αριθμών αποκαλύπτει μια σειρά από δομικές αδυναμίες που θέτουν ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της πορείας.

ΑΕΠ: Ενίσχυση σε τρέχουσες τιμές, συγκράτηση σε πραγματικούς όρους

Το 2024, το ελληνικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε τρέχουσες τιμές ανήλθε στα 237,6 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 5,5% σε σχέση με το 2023. Η αύξηση αυτή οφείλεται εν μέρει στην πραγματική μεγέθυνση, αλλά σε σημαντικό βαθμό στον πληθωρισμό. Σε σταθερές τιμές του 2020, η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,3%, ελαφρώς χαμηλότερα από τον μέσο όρο της διετίας 2022–2023.

Η συνολική εγχώρια ζήτηση ήταν ο κύριος μοχλός ανάπτυξης, συμβάλλοντας θετικά κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,1%, η δημόσια κατανάλωση κατά 2,3%, ενώ οι επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου) παρουσίασαν θεαματική άνοδο 9,2%. Η αύξηση αυτή συνδέεται με την απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων, αλλά και με την εκτέλεση έργων σε ενέργεια, υποδομές και τουρισμό.

Εμπόριο: Η πληγή του ισοζυγίου παραμένει ανοιχτή

Στον εξωτερικό τομέα, η εικόνα παραμένει ανησυχητική. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν το 2024 κατά 4,6%, αλλά οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,3%. Το αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου σε σταθερές τιμές και η διατήρηση ελλείμματος στις συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί σε πάνω από 1,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας διαμορφώθηκε στο -147,8% του ΑΕΠ, ένδειξη του υψηλού βαθμού εξάρτησης από το εξωτερικό κεφάλαιο. Ακόμα και σε περιόδους ανάπτυξης, η Ελλάδα συνεχίζει να καταναλώνει και να επενδύει περισσότερα από όσα παράγει και εξάγει.

Πληθωρισμός: Πίεση πέρα από την ενέργεια

Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή έκλεισε το 2024 με μέση ετήσια αύξηση 3%, ενώ ο εναρμονισμένος ΔΤΚ (HICP) διαμορφώθηκε στο 3,3%, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,6%). Ο πυρήνας πληθωρισμού —που εξαιρεί τρόφιμα, ποτά, καπνό και ενέργεια— διαμορφώθηκε στο 3%, ένδειξη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πλέον διάχυτες και όχι συγκυριακές.

Η αύξηση των τιμών ενισχύει τα φορολογικά έσοδα, αλλά διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ιδίως εκείνων με χαμηλά και σταθερά εισοδήματα. Το 2024, η μέση αύξηση των ονομαστικών μισθών δεν κατάφερε να καλύψει πλήρως την αύξηση του κόστους ζωής, με αποτέλεσμα να παραμείνει πίεση στην κατανάλωση.

Ανεργία: Βελτίωση αλλά με ανισότητες

Η ανεργία υποχώρησε στο 10,1% από 11,1% το 2023, η χαμηλότερη τιμή από το 2009. Ωστόσο, η χώρα παραμένει στις τρεις χειρότερες επιδόσεις της Ε.Ε., μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία. Η ανεργία των νέων 15–29 ετών βρίσκεται ακόμα πάνω από το 20%, ενώ η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί δομικό πρόβλημα, υποδηλώνοντας χαμηλή απορροφητικότητα του εργατικού δυναμικού από τον ιδιωτικό τομέα.

Το πρωτογενές πλεόνασμα ως πολιτικό αφήγημα

Τα δημοσιονομικά μεγέθη για το 2024 δείχνουν συνολικό έλλειμμα 1,3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 1,2%. Τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθαν στο 49,5% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες στο 48,6%. Το χρέος, με βάση τον ορισμό του Μάαστριχτ, ανήλθε στα 189 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε περίπου 80% του ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές — ποσοστό που φαίνεται εντυπωσιακό σε σύγκριση με το 180% που καταγράφονταν προ δεκαετίας, αλλά αντανακλά κυρίως την αύξηση του ΑΕΠ και τον αποπληθωρισμό του λόγου χρέους/ΑΕΠ, όχι ουσιαστική μείωση του αποθέματος.

Η κυβέρνηση προβάλλει αυτά τα στοιχεία ως επιβεβαίωση της «επιστροφής στην κανονικότητα», ωστόσο η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: η μείωση του ελλείμματος στηρίζεται εν μέρει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων λόγω πληθωρισμού και όχι αποκλειστικά σε αύξηση παραγωγικής βάσης.

Τα προσωρινά στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2025 δείχνουν διατήρηση της ανάπτυξης σε ετήσια βάση, αλλά με ενδείξεις κόπωσης. Η ιδιωτική κατανάλωση παρουσίασε οριακή αύξηση, οι επενδύσεις συνέχισαν να ενισχύονται, αλλά το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών επιδεινώθηκε καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα από τις εξαγωγές.

Ο πληθωρισμός υποχώρησε οριακά, αλλά παρέμεινε πάνω από το 2%, ενώ η ανεργία διατηρήθηκε σε πτωτική πορεία. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση παρέμεινε στα ίδια επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι η εξάρτηση από το εξωτερικό παραμένει.

Σύγκριση με την Ε.Ε.

Σε σχέση με την Ε.Ε. των 27, η Ελλάδα το 2024 είχε:

  • Υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον μέσο όρο (2,3% έναντι 1,8%).
  • Υψηλότερο πληθωρισμό (3,3% έναντι 2,6%).
  • Σαφώς υψηλότερη ανεργία (10,1% έναντι 6%).
  • Μειωμένο λόγο χρέους/ΑΕΠ σε σχέση με το παρελθόν, αλλά ακόμα έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη.
  • Χαμηλότερη παραγωγικότητα εργασίας, καθώς η αύξηση του ΑΕΠ στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση παρά στις καθαρές εξαγωγές ή την καινοτομία.

Ανάπτυξη χωρίς δομική μεταρρύθμιση

Η σημερινή ανάπτυξη μοιάζει με εκείνη της περιόδου 2000–2007: βασίζεται στην κατανάλωση, τροφοδοτείται από δανεισμό και εισαγωγές, και καλύπτει τις ανισορροπίες μέσω εισροής ευρωπαϊκών πόρων. Χωρίς στροφή σε παραγωγικό και εξαγωγικό μοντέλο, η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ — από αύξηση επιτοκίων έως γεωπολιτικές κρίσεις.

Το 2024, παρά τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία, η ανισότητα εισοδήματος αυξήθηκε, οι τιμές κατοικιών συνέχισαν να ανεβαίνουν λόγω επενδυτικού τουρισμού και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετώπισαν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης. Αυτές οι εξελίξεις, αν δεν αντιμετωπιστούν με στοχευμένες πολιτικές, μπορούν να περιορίσουν τη δυναμική της ανάπτυξης.

Ετικέτες: