Η πολιτική παραλυσία εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρη την Ευρώπη, με τις ηγεσίες να εμφανίζονται ολοένα και πιο αδύναμες όχι μόνο να λάβουν αποφάσεις, αλλά ακόμη και να τις εφαρμόσουν. Οι περιπτώσεις του Keir Starmer στο Ηνωμένο Βασίλειο και του Emmanuel Macron στη Γαλλία ξεχωρίζουν, αλλά το ίδιο μοτίβο εντοπίζεται από τη Χάγη έως τη Βαρσοβία και από το Βερολίνο μέχρι τη Μαδρίτη. Παντού, κυβερνήσεις που παραπαίουν, συστήματα εξουσίας που λειτουργούν με αργούς ρυθμούς και μια πολιτική κουλτούρα που μοιάζει παγιδευμένη στη διστακτικότητα και την αβεβαιότητα.
Η Ευρώπη βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα εκρηκτικό μείγμα προβλημάτων: δημοσιονομικοί περιορισμοί που βαραίνουν κάθε απόπειρα πολιτικής πρωτοβουλίας, διοικητικοί μηχανισμοί που κινούνται με αργοπορημένους ρυθμούς, κοινοβούλια κατακερματισμένα σε πολλές και μικρές ομάδες συμφερόντων, και αντιπολιτευτικά κόμματα στα άκρα του φάσματος που κινούνται επιθετικά και συχνά εξωθεσμικά. Στη Γαλλία, η κατάσταση οδηγείται σε νέα κορύφωση, με τα συνδικάτα να ετοιμάζονται να βγάλουν τον κόσμο στους δρόμους σε μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια σε μέτρα λιτότητας και περικοπών.
Η αίσθηση της κυβερνητικής αδυναμίας, που παλαιότερα ήταν εξαίρεση, τείνει πλέον να θεωρείται ο κανόνας. Η εικόνα του Donald Trump, με την καταχρηστική χρήση εκτελεστικών διαταγμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, μοιάζει για κάποιους Ευρωπαίους ηγέτες σαν μια εναλλακτική που ζηλεύουν – ένα παράδειγμα εξουσίας χωρίς φραγμούς, σε πλήρη αντίθεση με την ακινησία που βιώνουν. Οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις του κέντρου βρίσκονται σε διαρκή υποχώρηση και αντικαθίστανται από έναν νέο ρεαλισμό: η πολιτική ακινησία δεν είναι προσωρινό φαινόμενο – ίσως να αποτελεί το νέο φυσιολογικό. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό κενό που φέρνει τρόμο, καθώς η ακροδεξιά ενισχύεται σε Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο, ενόψει κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων.
Η εικόνα αυτής της αστάθειας αποτυπώνεται πλέον και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν απότομα, με τους επενδυτές να στέλνουν ξεκάθαρο μήνυμα δυσπιστίας απέναντι στην ικανότητα των κυβερνήσεων να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Πέρα όμως από τα οικονομικά μεγέθη, η πολιτική ακινησία επικοινωνεί ένα ακόμη πιο ανησυχητικό μήνυμα προς τους πολίτες: το σύστημα αποτυγχάνει να παράγει αποτελέσματα. Αυτή η αποτυχία νομιμοποιεί ακόμη περισσότερο τα κόμματα των άκρων, που προβάλλουν ως οι μόνοι διεκδικητές της «αλλαγής».
Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, η πόλωση ευνοεί την ενίσχυση ακραίων κομμάτων και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Στο εσωτερικό τους, οι παραδοσιακές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πολλαπλές προκλήσεις: τα άκρα συγκλίνουν με διαφορετικές ατζέντες αλλά κοινό στόχο την ανατροπή των υφιστάμενων θεσμών. Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή ήπειρος αποδυναμωμένη, γίνεται ευάλωτη σε εξωτερικές επιρροές και παρεμβάσεις από ηγέτες όπως ο Vladimir Putin, ο Donald Trump και ο Xi Jinping, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα κενά ισχύος και τις ρωγμές στην ευρωπαϊκή συνοχή.
Η αποσάθρωση των κεντρώων δυνάμεων γίνεται όλο και πιο ορατή. Κόμματα που για δεκαετίες διασφάλιζαν τη σταθερότητα, βλέπουν πλέον τη στήριξή τους να μειώνεται δραματικά. Τη θέση τους διεκδικούν πολιτικά μορφώματα με ρητορική ρήξης και επαναστατικής διάθεσης. Στη Γαλλία, το κόμμα της Marine Le Pen εμφανίζεται έτοιμο να αναλάβει την εξουσία, την ώρα που ο Emmanuel Macron αλλάζει συνεχώς πρωθυπουργούς – με τον Sebastien Lecornu να είναι ο πέμπτος κατά σειρά – σε μια απελπισμένη προσπάθεια να περάσει βασικά νομοσχέδια, κάνοντας ταυτόχρονα παραχωρήσεις σε ιδεολογικά αντίθετες δυνάμεις.
Η Γαλλία μοιάζει παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο: μαζικές διαδηλώσεις, αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις, και διαβρωμένοι θεσμοί. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Keir Starmer βλέπει την ισχύ του να εξανεμίζεται, παρά τη νίκη των Εργατικών στις εκλογές του 2024. Αντιμετωπίζει αντιδράσεις εντός του κόμματος, αστοχίες στη δημοσιονομική πολιτική, και νέα έκρηξη του πληθωρισμού. Την ίδια στιγμή, το εθνικιστικό Reform UK του Nigel Farage εμφανίζεται πλέον μπροστά στις δημοσκοπήσεις – ένα σενάριο που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητο.
Στη Γερμανία, η κυβέρνηση του Friedrich Merz, που στηρίζεται σε εύθραυστη συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες, αντιμετωπίζει την αυξανόμενη επιρροή της AfD, ενός κόμματος που κερδίζει συνεχώς έδαφος και διαμορφώνει ήδη τον πολιτικό διάλογο. Στην Ισπανία, ο Pedro Sanchez στηρίζεται αποκλειστικά στη συνεργασία με τους Καταλανούς αυτονομιστές για να διατηρηθεί στην εξουσία, μια επιλογή που έχει διχάσει την κοινωνία και έχει προκαλέσει θεσμικούς τριγμούς. Η Πορτογαλία έχει οδηγηθεί σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε ισάριθμα έτη, ενώ στο Βέλγιο απαιτήθηκαν έξι μήνες διαπραγματεύσεων για να σχηματιστεί κυβέρνηση. Η Ολλανδία παραμένει καθηλωμένη, με κοινοβούλιο κατακερματισμένο σε δεκαπέντε διαφορετικά κόμματα.
Οι εσωτερικές δυσλειτουργίες των ευρωπαϊκών κρατών έχουν σοβαρές διεθνείς επιπτώσεις. Η θεσμική ανεπάρκεια μεταφράζεται σε στρατηγική αδυναμία. Η Ευρώπη χάνει το γεωπολιτικό της βάρος καθώς ισχυροί εξωτερικοί παράγοντες κινούνται με αποφασιστικότητα. Ο Vladimir Putin αμφισβητεί τα σύνορα της Ανατολικής Ευρώπης, η Κίνα επιχειρεί γεωπολιτικά ανοίγματα με επιλεγμένα ευρωπαϊκά κράτη, και ο Donald Trump αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εμπόδιο και όχι ως σύμμαχο, επιδιώκοντας συμφωνίες που ευνοούν μονομερώς τα αμερικανικά συμφέροντα.
Μοναδική εξαίρεση στο γενικό κλίμα αδυναμίας φαίνεται να είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που με κάποια επιτυχία προσπαθεί να συγκρατήσει τον πληθωρισμό. Όμως ακόμα και αυτός ο μηχανισμός έχει όρια, καθώς το συνολικό θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζει σοβαρές δυσλειτουργίες: αργή λήψη αποφάσεων, υπερβολική εξάρτηση από την ομοφωνία, και αυξανόμενη αποσύνδεση από τις πραγματικές ανάγκες των κρατών-μελών. Η ίδια η αρχιτεκτονική της Ένωσης, που παλαιότερα αποτελούσε πλεονέκτημα, έχει μετατραπεί σε εμπόδιο για την ευελιξία και την αποτελεσματικότητα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως δεν είναι τα δημοσιονομικά, ούτε οι εξωτερικές πιέσεις. Είναι η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη δημοκρατία και στους θεσμούς. Όταν οι κυβερνήσεις αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν κρίσεις, να πάρουν τολμηρές αποφάσεις ή να προστατεύσουν τις κοινωνίες, τότε η πόρτα ανοίγει διάπλατα για αυταρχικές εναλλακτικές. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο καθηγητής Giovanni Orsina από το πανεπιστήμιο LUISS της Ρώμης, η Ευρώπη μοιάζει με «τετράγωνο παλούκι που προσπαθεί να χωρέσει σε στρογγυλή τρύπα» – η αναντιστοιχία ανάμεσα στα προβλήματα και στις λύσεις γίνεται όλο και πιο εκκωφαντική.
Καθώς πλησιάζει η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ τον Οκτώβριο, η ήπειρος παρουσιάζει εικόνα θεσμικής αποσύνθεσης: ηγέτες που φαντάζουν περισσότερο ως διακοσμητικά σύμβολα παρά ως φορείς εξουσίας. Παρόλο που σε πολλές χώρες απομένουν ακόμη χρόνια έως τις επόμενες εθνικές εκλογές – για παράδειγμα στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο – αυτός ο πολιτικός χρόνος κινδυνεύει να χαθεί, εάν κυριαρχήσουν και πάλι η απραξία, ο φόβος του κόστους και η αναποφασιστικότητα.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Είτε θα καταφέρει να ανακτήσει την πολιτική της συνοχή και τη διοικητική της αποτελεσματικότητα, είτε θα συνεχίσει την ολίσθηση προς μια νέα εποχή χάους, πόλωσης και αυταρχισμού. Οι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, τα δομικά δημοσιονομικά προβλήματα και η πίεση από εξωτερικούς δρώντες θα καθορίσουν την κατεύθυνση. Αν οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν ξαναβρούν την ικανότητα να κυβερνήσουν, το διακύβευμα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι υπαρξιακό για το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα