Συμβαίνει Τώρα: Μαρία Καρυστιανού: Σήμερα στο Ολύμπιον τα αποκαλυπτήρια του νέου κόμματος

Συμβαίνει Τώρα: Νίκος Ζιάγκος για κόμμα Καρυστιανού: «Δεν μπήκα για να γίνω βουλευτής, αλλά για να βοηθήσω»

Συμβαίνει Τώρα: Νυχτερινή έξοδος στη Σκιάθο κατέληξε σε σοβαρό τραυματισμό για Βρετανίδα τουρίστρια

Συμβαίνει Τώρα: Κίνηση στους δρόμους: Μποτιλιάρισμα σε Κηφισό, Κηφισίας και Αττική Οδό

Συμβαίνει Τώρα: Σι και Πούτιν: Πόσο ισχυρή είναι η στρατηγική σχέση Κίνας - Ρωσίας

Συμβαίνει Τώρα: Φωτιά στη Δραπετσώνα: Απομακρύνθηκαν μητέρα και γιος από διαμέρισμα

Συμβαίνει Τώρα: ΥΠΑ: Εκτός σύμβασης τα επτά κρίσιμα ραντάρ της αεροναυτιλίας – Στη Thales το DPS με 126 εκατ. ευρώ

Συμβαίνει Τώρα: Καιρός σήμερα: Άστατος με τοπικές βροχές, καταιγίδες στα ορεινά και μικρή άνοδο της θερμοκρασίας

Συμβαίνει Τώρα: Νέο κόμμα Τσίπρα: Mega event στο Θησείο με ψηφιακή πλατφόρμα και πολιτικό λανσάρισμα

Συμβαίνει Τώρα: Δημόσια ψυχική υγεία σε κρίση: Σοβαρές καταγγελίες μετά την τραγωδία στο Δαφνί

Συμβαίνει Τώρα: Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Έρευνα για τον διαγωνισμό των 120 εκατ. ευρώ με τους διαδραστικούς πίνακες

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΛΕΝΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΝΑΝΤΙΑ

21 Μαΐου 2026

Σι και Πούτιν: Πόσο ισχυρή είναι η στρατηγική σχέση Κίνας - Ρωσίας

Η Κίνα και η Ρωσία περιγράφουν τα τελευταία χρόνια τη μεταξύ τους σχέση ως μια «φιλία χωρίς όρια». Η εικόνα των τελευταίων ημερών ήρθε να ενισχύσει αυτό το μήνυμα. Η υποδοχή του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Πεκίνο θύμιζε σε μεγάλο βαθμό την αντίστοιχη υποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ λίγες ημέρες νωρίτερα. Δύο επισκέψεις κορυφής, με τεράστιο γεωπολιτικό βάρος και μικρή χρονική απόσταση, έδωσαν στον Σι Τζινπίνγκ ακριβώς το σκηνικό που επιδιώκει: την εικόνα ενός ηγέτη που συνομιλεί με όλους, κρατώντας ταυτόχρονα την Κίνα έξω από δεσμεύσεις που θα περιόριζαν την ελευθερία κινήσεών της.

Το Πεκίνο εμφανίζεται έτσι ως ο βασικός κερδισμένος μιας διεθνούς ισορροπίας που μεταβάλλεται ραγδαία. Η Κίνα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανοιχτά ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία. Αντιθέτως, αξιοποιεί τη σχέση με τη Μόσχα ως στρατηγικό βάθος, ενώ διατηρεί ανοικτούς διαύλους με την Ουάσινγκτον και παρουσιάζεται ως δύναμη παγκόσμιας σταθερότητας.

Η σχέση Πεκίνου - Μόσχας και οι αυταπάτες της Ουάσινγκτον

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το πραγματικό βάθος της κινεζορωσικής σχέσης. Σε ορισμένους κύκλους της Ουάσινγκτον μπορεί να υπήρχε η ελπίδα ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να απομακρύνει την Κίνα από τη Ρωσία. Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει πως τέτοιες προσδοκίες στηρίζονται περισσότερο σε πολιτική επιθυμία παρά σε ψυχρή ανάλυση των δεδομένων.

Ο Σι φέρεται να αναφέρθηκε στον Βλαντίμιρ Πούτιν, τον οποίο αποκαλεί φίλο του, κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Τραμπ στο Ζονγκνανχάι, τον πολιτικό πυρήνα της κινεζικής ηγεσίας, που συνήθως παραμένει απρόσιτος για ξένους επισκέπτες. Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, ο Κινέζος πρόεδρος φέρεται να αστειεύτηκε ότι ο Πούτιν είχε επισκεφθεί στο παρελθόν το ίδιο σημείο, στέλνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα λεπτό αλλά σαφές μήνυμα για τη συνέχεια και τη σημασία της σχέσης του με τη Μόσχα.

Η στρατηγική αυτή σχέση στηρίζεται κυρίως στην οικονομία. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας, ενώ η Ρωσία αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το 4% του διεθνούς εμπορίου της Κίνας. Η ανισορροπία είναι εμφανής. Για τη Μόσχα, το Πεκίνο αποτελεί ζωτικό οικονομικό οξυγόνο. Για την Κίνα, η Ρωσία είναι σημαντική, όχι όμως αναντικατάστατη με τον ίδιο τρόπο.

Η κινεζική οικονομία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από τη ρωσική και οι εξαγωγές της προς τη Ρωσία υπερβαίνουν εκείνες προς οποιαδήποτε άλλη χώρα στο συγκεκριμένο διμερές πλαίσιο. Η σχέση, επομένως, είναι βαθιά, αλλά όχι ισότιμη. Η Ρωσία χρειάζεται την Κίνα πολύ περισσότερο από όσο η Κίνα χρειάζεται τη Ρωσία.

Οι κυρώσεις έσπρωξαν τη Μόσχα βαθύτερα στην κινεζική αγκαλιά

Τα χρόνια των δυτικών κυρώσεων έχουν ωθήσει σταδιακά τη Ρωσία σε όλο και στενότερη εμπορική και τεχνολογική συνεργασία με την Κίνα. Η αποχώρηση ή ο περιορισμός πολλών δυτικών εταιρειών από τη ρωσική αγορά άνοιξε χώρο για κινεζικούς ομίλους, οι οποίοι κάλυψαν κρίσιμα κενά σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, η τεχνολογία και η βιομηχανία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Huawei. Ο κινεζικός τεχνολογικός κολοσσός, ο οποίος βρέθηκε στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων και αποκλείστηκε από τα βρετανικά δίκτυα 5G μετά από επανεξέταση της βρετανικής κυβέρνησης, αξιοποίησε την απουσία δυτικών ανταγωνιστών στη Ρωσία. Σταδιακά κατέστη βασικός πυλώνας της ρωσικής τηλεπικοινωνιακής υποδομής.

Καθώς οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση αποσυντίθενται, η Κίνα μετατρέπεται στην πρώτη πηγή τεχνογνωσίας για τη Μόσχα. Αυτό αφορά την τεχνολογία, την επιστήμη, τη βιομηχανική παραγωγή και, όλο και περισσότερο, την πολεμική οικονομία.

Μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η εξάρτηση της Μόσχας από κινεζικά εξαρτήματα για τη στρατιωτική της μηχανή αυξήθηκε σημαντικά. Πρόσφατη έκθεση του Bloomberg ανέφερε ότι η Ρωσία εισήγαγε από την Κίνα πάνω από το 90% της τεχνολογίας που τελούσε υπό καθεστώς κυρώσεων, ποσοστό αυξημένο κατά περίπου 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Η Μόσχα διαθέτει πλέον περιορισμένες εναλλακτικές. Η Κίνα προσφέρει κλίμακα, τεχνολογία, ζήτηση και αγορά που έχουν καταστεί κρίσιμες για τη ρωσική αντοχή. Εάν το Πεκίνο αποφάσιζε να περιορίσει ουσιαστικά το εμπόριο με τη Ρωσία, οι επιπτώσεις για τη ρωσική εξωτερική πολιτική και τη στρατιωτική της δυνατότητα θα ήταν σημαντικές.

Το αντίβαρο της Μόσχας και η κοινή αντιδυτική γλώσσα

Παρά την εξάρτηση αυτή, η Ρωσία διαθέτει ακόμη ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: την ικανότητα να παραμένει γεωπολιτικά ανθεκτική και να προσφέρει στην Κίνα έναν χρήσιμο στρατηγικό εταίρο απέναντι στη Δύση. Η Μόσχα μπορεί να είναι ο ασθενέστερος κρίκος της σχέσης, παραμένει όμως πυρηνική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και παίκτης με δυνατότητα ανατροπής ισορροπιών σε πολλά μέτωπα.

Ενδεικτικό είναι ότι ο Σι, κατά τις δημόσιες τοποθετήσεις του, αναφέρθηκε μόνο σε έναν πόλεμο: στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Είπε στον Πούτιν ότι η πλήρης παύση του πολέμου στο Ιράν αποτελεί «υψίστη προτεραιότητα», χωρίς να κάνει αντίστοιχη αναφορά στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η κοινή γλώσσα Πεκίνου και Μόσχας κινήθηκε σε γνώριμο αντιδυτικό πλαίσιο. Οι δύο ηγέτες καταδίκασαν τις στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον άλλων χωρών, τη χρήση διαπραγματεύσεων ως προσχήματος για προετοιμασία επιθέσεων, τη δολοφονία ηγετών κυρίαρχων κρατών, την αποσταθεροποίηση εσωτερικών πολιτικών καταστάσεων και την επιδίωξη αλλαγής καθεστώτων.

Σε κοινή διακήρυξη, η Ρωσία και η Κίνα υποστήριξαν ότι οι προσπάθειες ορισμένων χωρών να κυριαρχήσουν στις παγκόσμιες υποθέσεις με λογικές αποικιακής εποχής έχουν αποτύχει. Παράλληλα, προειδοποίησαν ότι ο κόσμος κινδυνεύει να επιστρέψει στον «νόμο της ζούγκλας».

Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τη βασική ιδεολογική σύγκλιση Μόσχας και Πεκίνου: την απόρριψη της δυτικής ηγεμονίας και την προβολή ενός πολυπολικού κόσμου, όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα έχουν μεγαλύτερα περιθώρια δράσης στις ζώνες επιρροής τους.

Στη ρωσική εκδοχή της κοινής διακήρυξης, που δημοσιεύθηκε από το Κρεμλίνο, αναφέρεται ότι η παγκόσμια κατάσταση γίνεται ολοένα πιο περίπλοκη, ενώ η διεθνής ατζέντα για την ειρήνη και την ανάπτυξη αντιμετωπίζει νέους κινδύνους και προκλήσεις. Το κείμενο προειδοποιεί για τον κατακερματισμό της διεθνούς κοινότητας και την επιστροφή σε μια πιο άναρχη διεθνή τάξη.

Η σχέση Κίνας - Ρωσίας, συνεπώς, δεν είναι μια απλή συμμαχία συμφερόντων. Είναι μια σχέση άνιση, πρακτική, βαθιά και στρατηγικά χρήσιμη και για τις δύο πλευρές. Η Ρωσία εξαρτάται όλο και περισσότερο από την Κίνα, ενώ η Κίνα αξιοποιεί τη Ρωσία ως γεωπολιτικό αντίβαρο στη Δύση. Η «φιλία χωρίς όρια» μπορεί να έχει σαφή όρια ισχύος και συμφερόντων, όμως προς το παρόν παραμένει αρκετά ισχυρή για να διαψεύδει τις δυτικές ελπίδες περί ρήγματος ανάμεσα στο Πεκίνο και τη Μόσχα.