Μαρινάκης: Καμία συνεργασία με Σαμαρά, στόχος η αυτοδυναμία
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Καμία απολύτως συνεργασία με τον Αντώνη Σαμαρά, ξεκαθάρισε ο Παύλος Μαρινάκης.
- Η ΝΔ επιμένει στην αυτοδυναμία και τη σταθερότητα ως κεντρικό εκλογικό δίλημμα.
- Για τα ελληνοτουρκικά: «Τα ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
- Δεν υπάρχει ένδειξη για θερμό επεισόδιο, αλλά η κυβέρνηση δεν εφησυχάζει.
- Η Ακροδεξιά και το ενδεχόμενο Κασιδιάρη κρίνονται από τον Άρειο Πάγο, είπε.
Σε μια ευρεία πολιτική συνέντευξη που κάλυψε σχεδόν το σύνολο των ανοιχτών μετώπων της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης προχώρησε σε μια σειρά από στοχευμένες τοποθετήσεις, εκπέμποντας πολλαπλά πολιτικά μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση. Οι αναφορές του εκτείνονταν από τη μελλοντική σχέση της Νέας Δημοκρατίας με τον Αντώνη Σαμαρά και το ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών, έως τα ελληνοτουρκικά ζητήματα, τη διαχείριση της επόμενης ημέρας των εκλογών και την άνοδο της Ακροδεξιάς στο πολιτικό σκηνικό.
Το συνολικό πολιτικό στίγμα της τοποθέτησής του ήταν σαφές και είχε ως άξονα την ανάδειξη της κυβέρνησης ως της δύναμης εκείνης που εγγυάται τη σταθερότητα, την αυτοδυναμία και την αποτελεσματική διαχείριση των εθνικών θεμάτων. Παράλληλα, ο κ. Μαρινάκης έκλεισε με κατηγορηματικό τρόπο κάθε συζήτηση που αφορά ενδεχόμενη συνεργασία με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, θέτοντας το ζήτημα σε αυστηρά πολιτική βάση.
Καμία απολύτως συνεργασία με τον Αντώνη Σαμαρά
Η πιο ξεκάθαρη και κατηγορηματική απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου δόθηκε στο ερώτημα που αφορούσε τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Όταν ρωτήθηκε εάν υπάρχει οποιαδήποτε περίπτωση συνεργασίας με τον Αντώνη Σαμαρά, η απάντησή του ήταν λακωνική και απόλυτη: «Καμία απολύτως».
Ο κ. Μαρινάκης δεν άφησε κανένα περιθώριο για διαφορετική ερμηνεία της θέσης του, τοποθετώντας το ζήτημα σε καθαρά πολιτικό πλαίσιο και υποστηρίζοντας ότι η αντιπαράθεση δεν πηγάζει από προσωπικές διαφορές αλλά από θεμελιώδεις διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε η στάση του κ. Σαμαρά απέναντι στην εξωτερική πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε, ένας πολιτικός που χαρακτηρίζει «μειοδοτική» την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορεί στη συνέχεια να βρεθεί στο ίδιο κυβερνητικό τραπέζι μαζί της. Το ουσιαστικό μήνυμα που μετέφερε ήταν ότι «δεν είναι προσωπικό το όχι, είναι πολιτικό».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε παράλληλα ότι η κυβέρνηση δεν ακυρώνει την προσφορά του Αντώνη Σαμαρά ούτε τα χρόνια της πρωθυπουργίας του. Υπενθύμισε μάλιστα ότι ο πρώην πρωθυπουργός ήταν υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία το 2023 και, κατά την εκτίμησή του, συνέβαλε σημαντικά στο εκλογικό αποτέλεσμα εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, από τη στιγμή που ο κ. Σαμαράς επιλέγει τη σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να παραμείνει με «σταυρωμένα χέρια».
Το μήνυμα προς όσους προεξοφλούν κυβερνήσεις συνεργασίας
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της συνέντευξης αφορούσε την επόμενη ημέρα των εκλογών και το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας. Η κυβέρνηση επιμένει ότι ο κεντρικός της στόχος παραμένει η αυτοδυναμία. Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία διαθέτει «τη μόνη καθαρή πρόταση διακυβέρνησης» και εξέφρασε την εκτίμηση ότι, εφόσον συνεχιστεί η προσπάθεια, το κόμμα μπορεί να κινηθεί καλύτερα από τις σημερινές δημοσκοπικές επιδόσεις.
Παράλληλα, έθεσε στο τραπέζι το ζήτημα της πρώτης διερευνητικής εντολής, διατυπώνοντας τη θέση ότι, εφόσον η Νέα Δημοκρατία αναδειχθεί πρώτο κόμμα, θα πρέπει να σχηματίσει κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον πρόεδρο του πρώτου κόμματος. Εδώ εντοπίζεται ένα από τα κεντρικά πολιτικά μηνύματα της συνέντευξης: η Νέα Δημοκρατία δεν επιθυμεί να ανοίξει τώρα συζήτηση για το ποιος θα μπορούσε να είναι πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Ο κ. Μαρινάκης επικαλέστηκε μάλιστα το καταστατικό της Νέας Δημοκρατίας και τη δημοκρατική αρχή ότι τον πρωθυπουργό τον επιλέγουν οι πολίτες και όχι «κλειστά γραφεία».
«Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο;»
Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης συνδέεται άμεσα με τα εθνικά θέματα. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έφερε ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη: «Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο;». Το ερώτημα αφορά το ενδεχόμενο μιας μεγάλης εθνικής κρίσης και τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης συνεργασίας να αντιδράσει γρήγορα και αποτελεσματικά.
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι σε μια ενδεχόμενη κρίση στον Έβρο ή στο Αιγαίο η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση και καθαρές αποφάσεις. Παράλληλα, επιτέθηκε εμμέσως σε πολιτικούς χώρους που, όπως είπε, δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να συνεργαστούν σχεδόν με οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό, αλλά αποκλείουν τη συνεργασία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να μετατρέψει το ζήτημα της σταθερότητας σε κεντρικό εκλογικό δίλημμα.
Ελληνοτουρκικά: «Τα ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός»
Ιδιαίτερο βάρος είχε η αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου στα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Ο κ. Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα επιδιώκει τον διάλογο και τη διατήρηση καλού κλίματος με την Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα δεν πρόκειται να συζητήσει ζητήματα που θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός της μοναδικής ελληνοτουρκικής διαφοράς. Όπως επανέλαβε, η ελληνική θέση αφορά τον καθορισμό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Η φράση που ξεχώρισε ήταν ότι «τα ήρεμα νερά δεν είναι ο αυτοσκοπός μας». Το μήνυμα που μετέφερε είναι ότι η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει υποχώρηση και ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται αλλαγή των ελληνικών θέσεων.
Η «ισχυρότερη Ελλάδα» και το οπλοστάσιο της κυβέρνησης
Για να τεκμηριώσει τη θέση ότι η Ελλάδα είναι σήμερα ισχυρότερη, ο κ. Μαρινάκης παρέθεσε μια σειρά από κινήσεις της κυβέρνησης. Αναφέρθηκε στις συμφωνίες για ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο και στα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην ίδια λίστα έβαλε τα Rafale, τα F-16, τα F-35, τις φρεγάτες Belharra και την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Παράλληλα, έκανε λόγο για ενίσχυση των διμερών σχέσεων και των στρατηγικών συνεργασιών της Ελλάδας. Η κεντρική κυβερνητική αφήγηση είναι ότι η χώρα δεν αντιμετωπίζει την Τουρκία μόνο με όρους διπλωματικής έντασης, αλλά επιχειρεί να ενισχύσει συνολικά τη γεωπολιτική και αμυντική της θέση.
«Δεν υπάρχει ένδειξη για θερμό επεισόδιο»
Στο ερώτημα εάν υπάρχει φόβος για διπλωματικό ή θερμό επεισόδιο, ο Παύλος Μαρινάκης ήταν καθησυχαστικός. Υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κάποια ένδειξη που να οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η κυβέρνηση εφησυχάζει. Το μήνυμα προς την κοινωνία ήταν να μην δημιουργείται κλίμα πανικού. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει δύο γραμμές ταυτόχρονα: ούτε εφησυχασμός ούτε κινδυνολογία.
Η επίθεση στον Τσίπρα και το «απίθανο» σενάριο συνεργασίας
Σκληρή ήταν η τοποθέτηση του κ. Μαρινάκη και για τον Αλέξη Τσίπρα. Αναφερόμενος σε δήλωση συνεργάτη του πρώην πρωθυπουργού, υποστήριξε ότι το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας με τον κ. Τσίπρα είναι τόσο μακρινό ώστε «δεν μπορεί να προκύψει ούτε από το πιο ευφάνταστο ανέκδοτο». Παράλληλα, κατηγόρησε τον πρώην πρωθυπουργό ότι επιχειρεί να εμφανιστεί ως φορέας ενός πολιτικού χώρου που έχει το «μονοπώλιο» της ηθικής.
Η επίθεση δεν περιορίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Μαρινάκης έστρεψε τα πυρά του και προς το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι η Χαριλάου Τρικούπη έχει επιλέξει τη σύγκρουση με τη Νέα Δημοκρατία και, ως εκ τούτου, το ερώτημα για πιθανούς μελλοντικούς κυβερνητικούς συνδυασμούς θα πρέπει να απευθύνεται στον Νίκο Ανδρουλάκη.
Η Ακροδεξιά και το «τεστ» του Αρείου Πάγου
Στο τραπέζι μπήκε και το ζήτημα της πιθανής πολιτικής παρουσίας του Ηλία Κασιδιάρη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε να προκαταλάβει την απόφαση της Δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι η τελική κρίση ανήκει στον Άρειο Πάγο. Υπενθύμισε, ωστόσο, ότι το σημερινό νομικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στις εκλογές κομμάτων όταν συνδέονται με πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για συγκεκριμένα αδικήματα.
Ταυτόχρονα, επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από το νομικό στο πολιτικό επίπεδο. Η θέση της κυβέρνησης είναι ότι η καλύτερη απάντηση στην Ακροδεξιά δεν είναι μόνο οι θεσμικές απαγορεύσεις, αλλά κυρίως οι πολιτικές που εφαρμόζονται στην πράξη.
Το μεγάλο εκλογικό στοίχημα
Πίσω από όλες τις παραπάνω τοποθετήσεις υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε αναμέτρηση ανάμεσα στη σταθερότητα και την αβεβαιότητα. Ο κ. Μαρινάκης αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση έχει κάνει λάθη και ότι οι πολίτες αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες. Παραδέχθηκε μάλιστα ότι η αύξηση των μισθών δεν ακυρώνει την αύξηση του κόστους ζωής.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πολιτικό στοίχημα της κυβέρνησης: να πείσει ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν ακυρώνουν τη συνολική κυβερνητική εικόνα. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να εμφανιστεί ως η παράταξη που μπορεί να κυβερνήσει χωρίς πειράματα και χωρίς ασταθείς συμμαχίες. Και την ίδια στιγμή επιχειρεί να συνδέσει την πολιτική σταθερότητα με την εθνική ασφάλεια.
Σαμαράς, συνεργασίες, ελληνοτουρκικά, αυτοδυναμία και Ακροδεξιά συνθέτουν έτσι ένα ενιαίο κυβερνητικό αφήγημα: η Ελλάδα, σύμφωνα με τη Νέα Δημοκρατία, πρέπει να έχει ισχυρή κυβέρνηση, καθαρή εντολή και πρωθυπουργό που να μπορεί να παίρνει αποφάσεις στις κρίσιμες στιγμές. Το εάν αυτή η επιχειρηματολογία θα πείσει τελικά τους πολίτες, θα κριθεί στην κάλπη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ιράν: Επιθέσεις σε πλοία στο στενό του Ορμούζ