10 Σεπτεμβρίου 2026

Βόμβα 36 εκατ. στη ΔΥΠΑ: Το ημιτελές κτίριο και τα ερωτήματα για Κεραμέως–Χορμόβα

Σε υπόθεση με σοβαρά οικονομικά και διοικητικά ερωτήματα εξελίσσεται η αγορά του νέου κτιρίου της Κεντρικής Διοίκησης της ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ) στη λεωφόρο Αθηνών 118, με το συνολικό τίμημα να φτάνει τα 36.077.000 ευρώ και το ακίνητο να παραμένει, σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας «δημοκρατία», ουσιαστικά ημιτελές.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται η διοίκηση της ΔΥΠΑ υπό τη Γιαννούλα Χορμόβα και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας υπό τη Νίκη Κεραμέως, καθώς πρόκειται για μία αγορά δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ με χρήματα που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και με τελικό αποδέκτη του οικονομικού κινδύνου το Ελληνικό Δημόσιο.

Το πλέον κρίσιμο στοιχείο είναι ότι, κατά το δημοσίευμα, το συμφωνητικό της αγοραπωλησίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί, με αποτέλεσμα βασικοί όροι μιας συναλλαγής συνολικού ύψους άνω των 36 εκατ. ευρώ να μην είναι ευρέως προσβάσιμοι.

Η αγορά και η ολοκλήρωση του ακινήτου είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, με το κτίριο να προβλέπεται ως βιοκλιματικό και με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα παράδοσης. Η καταληκτική ημερομηνία φέρεται να ήταν η 31η Αυγούστου 2026, οπότε το ακίνητο θα έπρεπε να έχει παραδοθεί πλήρως ολοκληρωμένο και λειτουργικό.

Η προθεσμία πέρασε χωρίς, κατά τις καταγγελίες, να έχει παραδοθεί το έργο «με το κλειδί στο χέρι». Το γεγονός αυτό δημιουργεί πλέον σοβαρό ζήτημα ως προς τη χρηματοδότησή του και το ενδεχόμενο απένταξης από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι κανόνες χρηματοδότησης απαιτούν την πλήρη ολοκλήρωση των συγκεκριμένων έργων και όχι απλώς τη μερική εκτέλεσή τους. Εφόσον οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις δεν εκπληρωθούν, μπορεί να ανακύψει ζήτημα κάλυψης δαπανών από εθνικούς πόρους ή ακόμη και επιστροφής χρημάτων.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο οικονομικό ερώτημα: ποιος θα επωμιστεί τελικά το κόστος μιας αγοράς 36.077.000 ευρώ εάν χαθεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση;

Από αγορά 5 εκατ. ευρώ σε συμφωνία 36,077 εκατ. ευρώ

Μέχρι στιγμής, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, η εταιρεία έχει εισπράξει 19.188.500 ευρώ, ενώ απαιτούνται περίπου άλλα 17 εκατ. ευρώ προκειμένου το ακίνητο να ολοκληρωθεί και να καταστεί λειτουργικό.

Η οικονομική διαδρομή του ακινήτου προκαλεί ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα. Η ΔΥΠΑ, επικαλούμενη την ανάγκη συγκέντρωσης των κεντρικών υπηρεσιών της, αποφάσισε να προχωρήσει στην αγορά νέου ακινήτου, παρότι διέθετε ήδη σειρά ιδιόκτητων κτιρίων.

Στις 5 Αυγούστου 2025 προχώρησε στην αγορά του ακινήτου στη λεωφόρο Αθηνών 118 έναντι 36.077.000 ευρώ από την εταιρεία TOMWAZ PROPERTY 2 A.E.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προηγούμενη οικονομική πορεία του συγκεκριμένου ακινήτου. Κατά το δημοσίευμα, η εταιρεία είχε δημιουργηθεί στις αρχές του 2019 για την αγορά του ίδιου κτιρίου, το οποίο αποκτήθηκε τότε έναντι περίπου 5.000.000 ευρώ.

Εφόσον τα ποσά αυτά επιβεβαιώνονται από τα επίσημα συμβόλαια και τις σχετικές πράξεις, προκύπτει μια εντυπωσιακή διαφορά: μέσα σε περίπου έξι χρόνια, ένα ακίνητο που φέρεται να αγοράστηκε έναντι 5 εκατ. ευρώ κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής με τη ΔΥΠΑ συνολικού ύψους άνω των 36 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο βεβαίως συμφωνίας που περιλαμβάνει και την ολοκλήρωσή του.

Το ζήτημα απαιτεί πλήρη δημοσιοποίηση των οικονομικών δεδομένων, των τεχνικών προδιαγραφών, των ανεξάρτητων αποτιμήσεων και των εργασιών που περιλαμβάνονται στο τελικό τίμημα. Μόνο έτσι μπορεί να αξιολογηθεί τεκμηριωμένα εάν τα 36.077.000 ευρώ ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία και στο συνολικό κόστος του έργου.

Το δημοσίευμα αναφέρει ακόμη ότι πίσω από την TOMWAZ PROPERTY 2 A.E. βρίσκεται η κυπριακή Sovony Ltd, η οποία συνδέεται με άλλες κυπριακές εταιρικές δομές. Η συγκεκριμένη αλυσίδα καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη πλήρους διαφάνειας ως προς την πραγματική ιδιοκτησιακή σύνθεση της εταιρείας που συναλλάχθηκε με έναν δημόσιο οργανισμό.

Καταγγελίες για «φωτογραφικό» διαγωνισμό και ένα κτίριο που δεν παραδόθηκε

Βαρύτητα αποκτούν και οι καταγγελίες γύρω από τη διαδικασία επιλογής του ακινήτου. Γνώστες της διαδικασίας, τους οποίους επικαλείται η «δημοκρατία», υποστηρίζουν ότι οι όροι του διαγωνισμού είχαν τόσο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ως προς τα τετραγωνικά μέτρα, την απόσταση από μέσα μαζικής μεταφοράς και άλλες προϋποθέσεις, ώστε δημιουργούνται υπόνοιες για εξαιρετικά περιορισμένο ανταγωνισμό.

Στον πρώτο διαγωνισμό του 2024 φέρεται να εμφανίστηκε μόνο μία ενδιαφερόμενη εταιρεία και η διαδικασία ματαιώθηκε. Ακολούθησε δεύτερος διαγωνισμός λίγους μήνες αργότερα, ο οποίος οδήγησε τελικά στην επιλογή του συγκεκριμένου ακινήτου.

Ακόμη ένα στοιχείο που χρειάζεται επίσημες απαντήσεις αφορά την εταιρική δραστηριότητα της πωλήτριας. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η εταιρεία βρισκόταν προηγουμένως σε αναστολή δραστηριότητας και ενεργοποιήθηκε εκ νέου μόλις έντεκα εβδομάδες πριν από την υπογραφή των συμβολαίων.

Η υπόθεση επομένως δεν περιορίζεται στο εάν ένα κτίριο παραδόθηκε με καθυστέρηση. Αφορά μια δημόσια συναλλαγή 36 εκατομμυρίων ευρώ, ένα ακίνητο που φέρεται να είχε αποκτηθεί χρόνια νωρίτερα έναντι πολύ χαμηλότερου ποσού, καταγγελίες για εξαιρετικά περιοριστικό διαγωνισμό, σύνθετη εταιρική ιδιοκτησία και ένα έργο που δεν ολοκληρώθηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η διοίκηση της ΔΥΠΑ και το υπουργείο Εργασίας οφείλουν να δώσουν συγκεκριμένες και δημόσιες απαντήσεις: πώς προσδιορίστηκε το τίμημα των 36.077.000 ευρώ, ποιες αποτιμήσεις προηγήθηκαν, τι ακριβώς περιλαμβάνει η σύμβαση, ποιο είναι σήμερα το ποσοστό ολοκλήρωσης του έργου και ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό βάρος εάν η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χαθεί.

Όταν διακυβεύονται δεκάδες εκατομμύρια ευρώ δημόσιου χρήματος, η επίκληση διαδικασιών και χρονοδιαγραμμάτων δεν αρκεί. Απαιτούνται συμβάσεις, στοιχεία, αποτιμήσεις και πλήρης λογοδοσία. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι για ακόμη μία φορά ο τελικός λογαριασμός να καταλήξει στους φορολογουμένους.