Μελέτη-ορόσημο: Λιγότερη ζάχαρη στα πρώτα χρόνια συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου
Η ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνεται κατά την εγκυμοσύνη και στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής ενδέχεται να αφήνει αποτύπωμα στην υγεία ακόμη και πολλές δεκαετίες αργότερα. Νέα επιστημονικά δεδομένα συνδέουν τη χαμηλότερη έκθεση στη ζάχαρη κατά τις πρώτες 1.000 ημέρες ζωής με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, αλλά και με δείκτες βραδύτερης βιολογικής γήρανσης.
Τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή η συγκεκριμένη περίοδος, από τη σύλληψη μέχρι τα δεύτερα γενέθλια, θεωρείται κρίσιμη για την ανάπτυξη των οργάνων, του μεταβολισμού και του ανοσοποιητικού συστήματος. Παράλληλα, τότε αρχίζουν να διαμορφώνονται οι πρώτες διατροφικές συνήθειες και οι προτιμήσεις στη γεύση.
Η διερεύνηση μιας τόσο μακροχρόνιας επίδρασης είναι εξαιρετικά δύσκολη με τις συνηθισμένες μεθόδους. Οι επιστήμονες δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν πειραματικά τη διατροφή βρεφών και να περιμένουν δεκαετίες για να καταγράψουν τις επιπτώσεις. Η μεταπολεμική Βρετανία, όμως, προσέφερε ένα σπάνιο «φυσικό πείραμα».
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ζάχαρη παρέμεινε σε καθεστώς δελτίου μέχρι το 1953. Με την κατάργηση των περιορισμών, η κατανάλωσή της αυξήθηκε απότομα. Έτσι, άνθρωποι που γεννήθηκαν με διαφορά λίγων μηνών βρέθηκαν να έχουν εντελώς διαφορετική έκθεση στη ζάχαρη κατά την εγκυμοσύνη και την πρώτη παιδική ηλικία.
Τι έδειξαν τα στοιχεία για καρκίνο και βιολογική γήρανση
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από περισσότερους από 64.000 συμμετέχοντες της UK Biobank, γεννημένους στη Βρετανία μεταξύ 1951 και 1956, συγκρίνοντας όσους είχαν περάσει μεγαλύτερο τμήμα των πρώτων 1.000 ημερών τους υπό το καθεστώς περιορισμένης πρόσβασης στη ζάχαρη με εκείνους που γεννήθηκαν μετά την άρση του δελτίου.
Η μεγαλύτερη διάρκεια έκθεσης στον περιορισμό της ζάχαρης συσχετίστηκε με χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης πέντε μορφών καρκίνου: ήπατος, ορθού, πνεύμονα, προστάτη και μαστού.
Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στον καρκίνο του ήπατος, όπου η συχνότητα ήταν περίπου 69% χαμηλότερη μεταξύ όσων είχαν τη μεγαλύτερη πρώιμη έκθεση στο καθεστώς περιορισμού. Για τον καρκίνο του μαστού η αντίστοιχη διαφορά ήταν περίπου 36%, ενώ σημαντικές συσχετίσεις καταγράφηκαν και για τις υπόλοιπες μορφές καρκίνου που εξετάστηκαν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αποκλίσεις δεν εμφανίστηκαν άμεσα, αλλά αρκετές δεκαετίες μετά την παιδική ηλικία, ενισχύοντας την υπόθεση ότι το διατροφικό περιβάλλον στα πρώτα στάδια ανάπτυξης μπορεί να έχει μακροχρόνιες επιδράσεις.
Ταυτόχρονα, οι επιστήμονες εντόπισαν ενδείξεις βραδύτερης βιολογικής γήρανσης. Όσοι είχαν ζήσει μεγαλύτερο μέρος των πρώτων 1.000 ημερών υπό περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης εμφάνιζαν μακρύτερα τελομερή, τις προστατευτικές δομές στα άκρα των χρωμοσωμάτων που τείνουν να μικραίνουν με την ηλικία.
Η διαφορά στο μήκος των τελομερών αντιστοιχούσε, κατά την εκτίμηση των ερευνητών, σε περίπου 2,2 χρόνια μικρότερης βιολογικής γήρανσης. Παράλληλα καταγράφηκαν χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης Granzyme B, εύρημα που συνδέεται με μικρότερη χρόνια ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Οι διατροφικές συνήθειες φαίνεται να ακολουθούν τον άνθρωπο για δεκαετίες
Η μελέτη ανέδειξε και μια δεύτερη διάσταση. Οι άνθρωποι που είχαν μικρότερη έκθεση στη ζάχαρη στην αρχή της ζωής τους εξακολουθούσαν περίπου πέντε δεκαετίες αργότερα να καταναλώνουν λιγότερη ζάχαρη και συνολικά μικρότερες ποσότητες τροφής, ενώ παρουσίαζαν περισσότερο ισορροπημένη και ποικιλόμορφη διατροφή.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι πίσω από αυτή τη μακροχρόνια επίδραση μπορεί να βρίσκονται δύο διαφορετικοί μηχανισμοί. Ο πρώτος είναι βιολογικός, καθώς το διατροφικό περιβάλλον στα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης μπορεί να επηρεάζει τον μεταβολισμό, τη λειτουργία των οργάνων και το ανοσοποιητικό σύστημα.
Ο δεύτερος είναι συμπεριφορικός. Η συχνή έκθεση σε πολύ γλυκές γεύσεις στην πρώιμη παιδική ηλικία ενδέχεται να διαμορφώνει προτιμήσεις που διατηρούνται επί δεκαετίες, επηρεάζοντας τις διατροφικές επιλογές και στην ενήλικη ζωή.
Το ίδιο βρετανικό «φυσικό πείραμα» έχει αξιοποιηθεί και από άλλες ερευνητικές ομάδες, οι οποίες έχουν καταγράψει συσχετίσεις μεταξύ περιορισμένης πρόσληψης ζάχαρης στις πρώτες 1.000 ημέρες και χαμηλότερου κινδύνου για διαβήτη τύπου 2, υπέρταση και καρδιαγγειακά νοσήματα.
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι η ζάχαρη στην παιδική ηλικία καθορίζει από μόνη της αν κάποιος θα εμφανίσει καρκίνο ή πόσο γρήγορα θα γεράσει. Πρόκειται για δεδομένα από ένα φυσικό πείραμα που καταγράφει ισχυρές μακροχρόνιες συσχετίσεις και ενισχύει την επιστημονική άποψη ότι οι πρώτες 1.000 ημέρες αποτελούν κρίσιμο παράθυρο για τη μελλοντική υγεία. Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι διατροφικές επιλογές στην εγκυμοσύνη και στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής μπορεί να έχουν συνέπειες πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Πιο Δημοφιλή
Η ΝΙΚΗ πορεύεται αυτόνομα προς τις εκλογές.
Τουρκική πρόκληση σε Ρόδο και Κάρπαθο: «Θα λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα»
Πιο Πρόσφατα
Καταστροφή 12 εκατ. βιβλίων από ρωσικά πλήγματα στην Ουκρανία
Οι Λειψοί στο βρετανικό Metro ως ανέγγιχτο κόσμημα
Σχολεία 2026: Πότε χτυπά το πρώτο κουδούνι και τι ώρα θα γίνει ο Αγιασμός