Μη μισθολογικό κόστος: Τι αλλάζει στις ασφαλιστικές εισφορές από την 1η Ιανουαρίου 2027
Σύνοψη Άρθρου
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 σχεδιάζεται μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Το δημοσιονομικό κόστος για τον ΕΦΚΑ υπολογίζεται στα 220 εκατ. ευρώ ετησίως και θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως ελάφρυνση της εργασίας, ενώ το μη μισθολογικό κόστος παραμένει υψηλό για εργαζόμενους και επιχειρήσεις.
Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπει ο κυβερνητικός σχεδιασμός, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων για περιορισμό του μη μισθολογικού κόστους και ενίσχυση της απασχόλησης.
Η παρέμβαση παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως μέτρο που μπορεί να στηρίξει την αγορά εργασίας, να λειτουργήσει ευνοϊκά για τους μισθούς και να περιορίσει μέρος των επιβαρύνσεων που συνοδεύουν σήμερα την απασχόληση. Το κόστος για τον ΕΦΚΑ υπολογίζεται περίπου στα 220 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η απώλεια εσόδων θα αντισταθμιστεί από τη συνολική αύξηση των εισφορών, η οποία προκύπτει λόγω της ανόδου του κατώτατου μισθού, της ενίσχυσης των μέσων αποδοχών και της αύξησης της απασχόλησης. Πρόκειται για μια ισορροπία που το οικονομικό επιτελείο θεωρεί διαχειρίσιμη, υπό την προϋπόθεση ότι η θετική πορεία των εσόδων του ασφαλιστικού φορέα θα συνεχιστεί.
Πώς θα καλυφθεί το κόστος για τον ΕΦΚΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά μία ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε αύξηση των ασφαλιστέων αποδοχών κατά περίπου 244 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Με την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,5%, η οποία ισχύει από την 1η Απριλίου, τα έσοδα του ΕΦΚΑ εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν κατά περίπου 630 εκατ. ευρώ.
Το ποσό αυτό, κατά τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, υπερκαλύπτει το δημοσιονομικό βάρος από τη μείωση των εισφορών. Η κάλυψη θα γίνει μέσω του προϋπολογισμού, με το επιχείρημα ότι τα αυξημένα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος δημιουργούν επαρκές περιθώριο για την παρέμβαση.
Επιπλέον πηγή εσόδων, η οποία έχει προκαλέσει θετική έκπληξη στο οικονομικό επιτελείο, αποτελούν οι εισφορές και ο πρόσθετος πόρος 10% που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι. Με βάση τις δηλώσεις απασχόλησης στην ειδική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ, ο αριθμός τους έχει ξεπεράσει τις 300.000, ενισχύοντας τα έσοδα του συστήματος.
Παρά τα δεδομένα αυτά, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει με προσοχή το δημοσιονομικό περιθώριο για μια ενδεχόμενη πιο γενναία παρέμβαση. Το σενάριο μείωσης μεγαλύτερης από τη μισή ποσοστιαία μονάδα υπάρχει στο τραπέζι ως σκέψη, χωρίς όμως να έχει προχωρήσει σε επίπεδο απόφασης.
Το μη μισθολογικό κόστος και οι επιβαρύνσεις στην εργασία
Η μείωση των εισφορών απαντά σε ένα σταθερό αίτημα των εργοδοτικών φορέων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το μη μισθολογικό κόστος παραμένει υψηλό και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις χωρίς να αποδίδει αντίστοιχο όφελος στους εργαζόμενους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του νέου κατώτατου μισθού των 920 ευρώ. Για την επιχείρηση, το συνολικό μηνιαίο κόστος φτάνει τα 1.120,5 ευρώ, ενώ ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά 771,7 ευρώ, μετά την αφαίρεση ασφαλιστικών εισφορών ύψους 123 ευρώ και φόρου μισθωτών υπηρεσιών 25,3 ευρώ.
Η σχεδιαζόμενη μείωση της μισής ποσοστιαίας μονάδας αναμένεται, κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, να προέλθει πιθανότατα από τον κλάδο ασθενείας των εργοδοτών και από τις εργοδοτικές εισφορές για την κατάρτιση. Δεν προβλέπεται να επηρεαστούν οι αμιγώς συνταξιοδοτικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ούτε η εργοδοτική εισφορά υπέρ του κλάδου ανεργίας, η οποία ανέρχεται στο 1,2%.
Την ανάγκη περαιτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών έχει θέσει και η Τράπεζα της Ελλάδος, συνδέοντας την αποκλιμάκωση των βαρών στην εργασία με τη μείωση του κόστους των επιχειρήσεων και τη στήριξη της αγοράς εργασίας. Στην έκθεση του διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα, επισημαίνεται ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας περνά μέσα από τη συστηματική μείωση των επιβαρύνσεων στην εργασία.
Εφόσον η μείωση του 2027 περιοριστεί στη μισή ποσοστιαία μονάδα, οι ασφαλιστικές εισφορές θα έχουν υποχωρήσει συνολικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες από το 2019 και θα διαμορφωθούν κάτω από το 36%, συγκεκριμένα στο 35,66%, πλησιάζοντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν τελικά αποφασιστεί μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα, τότε η συνολική μείωση από το 2019 θα προσεγγίσει το 6,5%. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο και ασφαλή εκτίμηση ότι ο ΕΦΚΑ δεν θα αντιμετωπίσει κενό χρηματοδότησης.
Παρά τις μειώσεις των τελευταίων ετών, οι εισφορές εργαζομένων στην Ελλάδα παραμένουν υψηλές συγκριτικά με άλλες χώρες. Με ποσοστό 13,35%, η χώρα βρίσκεται στην τρίτη θέση της Ευρωζώνης, πίσω από τη Γερμανία με 19,9% και το Βέλγιο με 13,7%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώνεται στο 11,8%.
Σε επίπεδο ΟΟΣΑ, οι Έλληνες μισθωτοί κατατάσσονται στην πέμπτη υψηλότερη θέση ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου, όταν ο μέσος όρος στα κράτη-μέλη του οργανισμού βρίσκεται στο 9,5%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, το κόστος της εργασίας εξακολουθεί να αποτελεί βαριά δομική επιβάρυνση για εργαζόμενους και επιχειρήσεις.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Πρόοδος σε συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για το Ορμούζ