27 Σεπτεμβρίου 2026

Moody's, DBRS, Scope: Αναβάθμιση ελληνικής οικονομίας

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Οι οίκοι Moody's, DBRS και Scope αναβάθμισαν τον Σεπτέμβριο το αξιόχρεο και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
  • Η αύξηση του ΑΕΠ στηρίζεται περισσότερο σε επενδύσεις και εξαγωγές, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και μειώνοντας το δημόσιο χρέος.
  • Ο Moody's διατήρησε την επενδυτική βαθμίδα Baa1, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές, λόγω μεταρρυθμίσεων.
  • Ο DBRS τόνισε ότι η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα παραμένει στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ, παρά τη βελτίωση.
  • Ο Scope αναβάθμισε το αξιόχρεο σε BBB+, επικαλούμενος τη βελτίωση της ανθεκτικότητας και τις επενδύσεις.

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημαντική βελτίωση του αναπτυξιακού της μοντέλου τα τελευταία χρόνια, με τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης να επισημαίνουν την αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών ως βασικούς παράγοντες που ενισχύουν την παραγωγικότητα και τον δυνητικό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Τον Σεπτέμβριο, οι οίκοι Moody's, DBRS και Scope προχώρησαν σε αναβάθμιση του αξιόχρεου και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, επιβεβαιώνοντας τη θετική πορεία της χώρας.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, η αύξηση του ΑΕΠ στηρίζεται πλέον περισσότερο στις επενδύσεις και τις εξαγωγές σε σύγκριση με το παρελθόν, γεγονός που ενισχύει την αναπτυξιακή δυναμική και υποστηρίζει τη διαδικασία μείωσης του δημόσιου χρέους μέσω της δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων στον προϋπολογισμό. Ο Moody's, σε ανακοίνωσή του στις 18 Σεπτεμβρίου, ανέφερε ότι «υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη εστίαση των Αρχών σε διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποφέρουν καρπούς με τη μορφή αυξημένης οικονομικής και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας, η οποία υπερβαίνει τις τρέχουσες προσδοκίες μας», διατηρώντας την επενδυτική βαθμίδα Baa1 και αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές από σταθερές.

Ο αμερικανικός οίκος τόνισε επίσης ότι «το αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδας καθοδηγείται περισσότερο από τις επενδύσεις και είναι όλο και πιο υποστηρικτικό της παραγωγικότητας», σημειώνοντας ότι η εκτίναξη των επενδύσεων μετά το 2020 ήταν πολύ ευρύτερη από την ώθηση που έδωσε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες των επενδύσεων ως ποσοστό στο ΑΕΠ μετά το 2020 προήλθε από τις ιδιωτικές επενδύσεις, κάτι που σημαίνει ότι η στήριξη από το ΤΑΑ είναι πιο πιθανό να έχει ενισχύσει την τάση αυτή και όχι να την έχει προκαλέσει.

Ο Moody's επεσήμανε επίσης την αλλαγή στη σύνθεση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (ΞΑΕ) στην Ελλάδα, οι οποίες αφορούν πλέον λιγότερο στο real estate απ' ό,τι στο παρελθόν. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι ΞΑΕ αυξήθηκαν στο επίπεδο-ρεκόρ των 12,8 δισ. ευρώ το 2025. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην αυξημένη συμβολή των μεγαλύτερων επιχειρήσεων (με περισσότερους από 50 εργαζόμενους) στο ελληνικό ΑΕΠ, με το σχετικό ποσοστό να έχει φτάσει το 60% το 2024 από 45% το 2009. Αυτό είναι σημαντικό καθώς οι μεγαλύτερες εταιρείες είναι σε καλύτερη θέση για να υλοποιήσουν επενδύσεις σε τεχνολογία και δεξιότητες, να έχουν πρόσβαση σε ξένες αγορές και διαφοροποιημένες χρηματοδοτικές πηγές.

«Η μετάβαση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά το σωρευτικό αποτέλεσμά της αυξάνει την πιθανότητα ότι ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας (που εκτιμούμε σε περίπου 1,5%) και η δημοσιονομική ανθεκτικότητά της θα μπορούσαν να υπερβούν τις τρέχουσες προσδοκίες μας», ανέφερε ο οίκος.

Η σύγκλιση της παραγωγικότητας με τα επίπεδα της Ευρωζώνης αποτελεί βασική πρόκληση για την ελληνική οικονομία και βασικό στόχο της κυβέρνησης, καθώς συνδέεται άμεσα με τον στόχο για σύγκλιση των πραγματικών μισθών. Ο DBRS, ο οποίος αναβάθμισε στις 4 Σεπτεμβρίου τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές από σταθερές, διατηρώντας τη βαθμίδα BBB, ανέφερε ότι «αν και η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ». Σύμφωνα με την Eurostat, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα ανερχόταν στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ το 2025 (με βάση την αγοραστική δύναμη), σημείωσε ο καναδικός οίκος, προσθέτοντας ότι «η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια αύξησε την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και πιθανότατα θα στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο γερμανικός οίκος Scope αναβάθμισε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+, ένα σκαλοπάτι κάτω από την κατηγορία Α. Ο Scope αναφέρθηκε στη βελτίωση της ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που ενισχύθηκαν από τη συνεχιζόμενη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, την ισχυρή επενδυτική δυναμική και τα σημαντικά επενδυτικά προγράμματα της ΕΕ. «Η Ελλάδα έχει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από την ΕΕ τα τελευταία χρόνια, με αυξημένες ενδείξεις μεγαλύτερης ανθεκτικότητας σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο», πρόσθεσε, ενώ σημείωσε ότι «χρειάζονται περαιτέρω ενδείξεις» πως οι αυξημένες επενδύσεις θα οδηγούν σε διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τον ερευνητικό σύμβουλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντίνο Πινέλι, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 10,8% από το 2019 έως το 2025 έναντι 10,2% στην Ισπανία και 6,4% στην Ιταλία, δύο άλλες χώρες που έλαβαν ισχυρή στήριξη από το ΤΑΑ, ενώ για τις χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερες κατανομές πόρων από το ΤΑΑ ο ρυθμός αύξησης ήταν μόνο 5,4%. Το συνολικό ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ίδια χρονική περίοδο έναντι αύξησης 3,7% στην Ιταλία και 0,3% στην Ισπανία, ενώ για τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερη κατανομή πόρων από το ΤΑΑ μειώθηκε κατά 2%. Έτσι, το ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα συγκλίνει γρήγορα με της Ευρωζώνης, που είναι υψηλότερο από το 20% του ΑΕΠ, σημείωσε ο κ. Πινέλι.