Η ομοιομορφία καταλήγει σε καταπίεση. Η διαφορετική άποψη λειτουργεί ως πλούτος, όταν υπάρχει κοινή αίσθηση πορείας. Όταν άτομα και κράτη αντιλαμβάνονται ότι κινούνται προς έναν κοινό εθνικό σκοπό, με έναν προορισμό που υπηρετεί μια ανεξάρτητη χώρα.
Στη χώρα μας διαμορφώνεται εδώ και χρόνια ένα βαθύ ρήγμα εθνικό, κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό. Δύο μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας αδυνατούν να συνυπάρξουν. Υπάρχει απόρριψη των απόψεων του άλλου, των επιλογών του στην καθημερινότητα, στον τρόπο ζωής, στον πολιτισμό, στη μουσική, στη δημόσια συμπεριφορά, στην αισθητική. Υπάρχει απόσταση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη χώρα και βασικές έννοιες που τη συγκροτούν, όπως η εμπιστοσύνη, το ρίσκο, το έθνος, η πίστη, η Ιστορία, η ηθική, η ταυτότητα, η σχέση με την Ευρώπη.
Οι δύο πλευρές κινούνται παράλληλα εδώ και καιρό. Η αντιπάθεια δεν κρύβεται, σε πολλές περιπτώσεις εκφράζεται ανοιχτά. Κυριαρχεί η εσωστρέφεια και η αυτάρκεια των βεβαιοτήτων. Η επικοινωνία απουσιάζει και ο διάλογος με διαφορετικές αντιλήψεις θεωρείται περιττός. Ο καθένας βλέπει τον κόσμο μέσα από το δικό του φίλτρο και το υπερασπίζεται χωρίς αμφιβολία.
Ως αποτέλεσμα, βασικές έννοιες που άλλοτε είχαν κοινό περιεχόμενο αλλοιώνονται. Ακόμη και όταν υπάρχει συνομιλία, συχνά οι ίδιες λέξεις σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για τον καθένα.
Στο υπόβαθρο αυτής της κατάστασης βρίσκονται δύο φαινόμενα που συνυπάρχουν και ενισχύονται. Ο ελιτισμός, προϊόν αποσύνδεσης από την κοινωνική πραγματικότητα. Και ο λαϊκισμός, αποτέλεσμα περιορισμένης παιδείας και αποξένωσης από τους θεσμούς. Ο πρώτος κινείται με αίσθηση ανωτερότητας και ειρωνείας. Ο δεύτερος απορρίπτει ό,τι δεν κατανοεί.
Έτσι διαμορφώνονται δύο κοινωνίες που συνυπάρχουν χωρίς να συναντώνται. Η μία αντιμετωπίζει την άλλη ως αμόρφωτη και επικίνδυνη. Η άλλη βλέπει την πρώτη ως απόμακρη, αυτάρεσκη, βολεμένη και κυνική. Η οπτική αυτή είναι απόρροια δύο διαφορετικών εκπαιδευτικών διαδρομών.
Το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών δεν καλλιέργησε επαρκώς την εθνική αυτογνωσία και την κοινωνική αυτοπεποίθηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, με συνέπεια την έλλειψη βασικών γνώσεων. Το ιδιωτικό σύστημα, πιο οργανωμένο και εξωστρεφές, έδωσε έμφαση στη διεθνή ταυτότητα, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο την καλλιέργεια της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης. Σε αρκετές περιπτώσεις διαμόρφωσε ελληνόφωνους πολίτες με περιορισμένη σχέση με τη γλώσσα και το περιεχόμενό της.
Τα δύο κοινωνικά ρεύματα έχουν αποκτήσει συνοχή και κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση. Το πολυπληθές λαϊκό ρεύμα στηρίζεται στη δύναμη των αριθμών. Το μικρότερο κοσμοπολίτικο αντλεί ασφάλεια από την ισχύ. Δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Όσοι εξασφάλισαν σταθερότητα για τις οικογένειές τους έχουν εμπιστοσύνη στο υπάρχον σύστημα και επιδιώκουν τη διατήρησή του. Ο φόβος της απώλειας καθορίζει τη στάση τους.
Απέναντί τους βρίσκεται ένα τμήμα της κοινωνίας που αισθάνεται εκτός πλαισίου. Η εμπιστοσύνη έχει υποχωρήσει, η καχυποψία κυριαρχεί. Η αναζήτηση αλλαγής προκύπτει από την αίσθηση ότι δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω απωλειών.
Το βασικό πολιτικό ζήτημα που αναδύεται είναι η διάλυση της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Προηγείται η απομάκρυνση μεταξύ των πολιτών και ακολουθεί η απαξίωση των θεσμών. Πρόκειται για πρόβλημα βαθιά πολιτισμικό.
Σημαντική σύγχυση παρατηρείται και στη χρήση θεμελιωδών εννοιών. Η διαφθορά καταγγέλλεται, αλλά ταυτόχρονα ένα μέρος της κοινωνίας τη βλέπει ως απρόσιτο προνόμιο. Ο κυνισμός γεννά φθόνο και επιθυμία συμμετοχής σε πρακτικές που υποτίθεται ότι απορρίπτονται.
Η έννοια της πατρίδας επίσης δεν είναι κοινή. Για κάποιους συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική εμπειρία και την προστασία της κυριαρχίας. Για άλλους η απώλεια εδάφους αντιμετωπίζεται ως αποδεκτό τίμημα για την αποφυγή σύγκρουσης. Η απόσταση από τις εθνικές τραγωδίες και η άγνοια των συνεπειών τους διαμορφώνουν διαφορετικές στάσεις.
Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφονται στην προσέγγιση της ελευθερίας. Η ατομική αυτοδιάθεση προβάλλεται έντονα, ενώ σε κρίσιμες στιγμές γίνονται αποδεκτοί περιορισμοί που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Η ελευθερία αποκτά επιλεκτικό χαρακτήρα.
Η συρρίκνωση δικαιωμάτων συσσωρεύει κοινωνική πίεση. Ένα μέρος της κοινωνίας βιώνει αυτή τη συνθήκη ως ασφυκτικό πλαίσιο που το αποκλείει.
Στην ίδια πόλωση εντάσσεται και η στάση απέναντι στη θρησκεία. Οι δημόσιες ελίτ εκφράζουν ανοιχτά την απομάκρυνσή τους από το μεταφυσικό. Την ίδια στιγμή, μεγάλες κοινωνικές ομάδες διατηρούν μια βαθιά, συχνά αθέατη, θρησκευτικότητα.
Υπάρχουν επίσης οι αόρατοι της καθημερινότητας. Εργαζόμενοι που περνούν δίπλα μας χωρίς να τους προσέχουμε. Η έλλειψη οπτικής επαφής και ουσιαστικής αναγνώρισης διευρύνει το κοινωνικό χάσμα.
Σήμερα τα κοινωνικά ρεύματα προηγούνται των ηγεσιών. Οι ηγεσίες αναδεικνύονται ως εκφραστές ήδη διαμορφωμένων στάσεων. Τα αξιακά μπλοκ προϋπάρχουν και αναζητούν πρόσωπα να τα εκπροσωπήσουν.
Οι δύο αυτές Ελλάδες κινούνται σε διαφορετικές τροχιές. Η μεταξύ τους συνάντηση δεν αποτελεί προτεραιότητα. Κι όμως, η συνύπαρξη προϋποθέτει αλληλοπεριχώρηση και κοινό βηματισμό. Μόνο έτσι μπορεί να συγκροτηθεί συλλογική μοίρα.
Όσο παραμένει το κοινωνικό κενό, θα παραμένει και το ηγετικό έλλειμμα. Και όσο αυτό γίνεται αντιληπτό από εξωτερικούς παράγοντες, τόσο αυξάνονται οι προσπάθειες χειραγώγησης. Τη στιγμή της κρίσης, το καθοριστικό στοιχείο θα είναι η κοινή ταυτότητα. Η συνείδηση ότι πρόκειται για μία χώρα.
Πιο Δημοφιλή
Ελλάδα και Ρωσία – Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες και χωρίς αυτοπαγίδευση
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη
Αρχείο Epstein: 3,5 εκατ. σελίδες εκθέτουν ανεπανόρθωτα την ελίτ της Δύσης
Ο Μετάνθρωπος προ των πυλών
Πιο Πρόσφατα
Συνέντευξη Μητσοτάκη: O Πρωθυπουργός της αναβολής και της συγκάλυψης...
Οι Έλληνες δεν μιλούν πια την ίδια γλώσσα
Δεύτερη δικογραφία ΟΠΕΚΕΠΕ: Η έρευνα που ξεπερνά τα όρια της Δικαιοσύνης