Πλασμαφαίρεση: Οι κίνδυνοι, οι παρενέργειες και οι σοβαρές επιπλοκές
Η πλασμαφαίρεση, ή αλλιώς θεραπευτική ανταλλαγή πλάσματος (Therapeutic Plasma Exchange – TPE), είναι μια εξειδικευμένη ιατρική μέθοδος κατά την οποία το πλάσμα απομακρύνεται από το αίμα του ασθενούς και αντικαθίσταται με κατάλληλο υγρό, όπως λευκωματίνη ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανθρώπινο πλάσμα.
Η συγκεκριμένη θεραπεία εφαρμόζεται εδώ και πολλές δεκαετίες σε επιλεγμένες παθήσεις, κυρίως όταν στο πλάσμα κυκλοφορούν αντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα ή άλλες ουσίες που συνδέονται με την εκδήλωση ή την επιδείνωση μιας νόσου.
Παρότι θεωρείται γενικά ασφαλής όταν γίνεται με σωστή ένδειξη και από εξειδικευμένο προσωπικό, δεν πρόκειται για μια διαδικασία χωρίς κινδύνους. Όπως κάθε επεμβατική και εξωσωματική θεραπευτική πράξη, μπορεί να συνοδευτεί από ανεπιθύμητες ενέργειες και, σπανιότερα, σοβαρές επιπλοκές.
Πώς πραγματοποιείται και ποιες είναι οι συχνότερες επιπλοκές
Κατά την πλασμαφαίρεση, το αίμα του ασθενούς διοχετεύεται σε ειδικό μηχάνημα, όπου το πλάσμα διαχωρίζεται από τα κυτταρικά στοιχεία του αίματος. Τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, καθώς και τα αιμοπετάλια, επιστρέφουν στην κυκλοφορία, ενώ το πλάσμα που αφαιρείται αντικαθίσταται με το κατάλληλο υγρό.
Η διαδικασία απαιτεί ασφαλή αγγειακή πρόσβαση και χρήση αντιπηκτικής αγωγής, ώστε να αποτρέπεται η πήξη του αίματος μέσα στο εξωσωματικό κύκλωμα. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η συνεχής παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
Καθώς επηρεάζονται ο συνολικός όγκος του αίματος, τα επίπεδα ηλεκτρολυτών, οι πρωτεΐνες και οι παράγοντες πήξης, μπορεί να εμφανιστούν παρενέργειες ακόμη και σε κατά τα άλλα καλά ανεκτές συνεδρίες.
Μεταξύ των συχνότερων ανεπιθύμητων αντιδράσεων περιλαμβάνονται η πτώση της αρτηριακής πίεσης, η ζάλη, η τάση λιποθυμίας, η ναυτία, ο έμετος, ο πονοκέφαλος, το ρίγος, το αίσθημα ψύχους, η κόπωση, η αδυναμία, οι μυϊκές κράμπες και το μούδιασμα ή το μυρμήγκιασμα κυρίως γύρω από το στόμα και στα άκρα.
Ένα από τα προβλήματα που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή είναι η υποασβεστιαιμία, δηλαδή η πτώση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα, κυρίως όταν χρησιμοποιείται κιτρικό ως αντιπηκτικό.
Η μείωση του ασβεστίου μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα, μυρμήγκιασμα, μυϊκές κράμπες ή σπασμούς και, σε πιο βαριές περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και σε διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.
Η αφαίρεση και αντικατάσταση σημαντικού όγκου πλάσματος μπορεί επίσης να επηρεάσει την αιμοδυναμική ισορροπία του οργανισμού. Για τον λόγο αυτό μπορεί να εμφανιστεί υπόταση, η οποία σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να είναι έντονη.
Σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν περιγραφεί σοβαρότερες αιμοδυναμικές διαταραχές και καρδιακές αρρυθμίες, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση και την άμεση δυνατότητα ιατρικής παρέμβασης.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και όταν ως υγρό αντικατάστασης χρησιμοποιείται πλάσμα από δότη. Σε αυτή την περίπτωση είναι δυνατόν να προκληθούν αλλεργικές αντιδράσεις, όπως κνησμός, εξάνθημα ή κνίδωση.
Πολύ πιο σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί σοβαρή αναφυλακτική ή αναφυλακτοειδής αντίδραση. Ο κίνδυνος επηρεάζεται από το είδος του υγρού αντικατάστασης, τα φάρμακα που λαμβάνει ο ασθενής και τη συνολική κατάσταση της υγείας του.
Η θεραπευτική ανταλλαγή πλάσματος επηρεάζει επίσης το σύστημα πήξης, καθώς μαζί με τις ουσίες που επιδιώκεται να απομακρυνθούν χάνονται και πρωτεΐνες απαραίτητες για τη φυσιολογική αιμόσταση.
Επαναλαμβανόμενες συνεδρίες μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα συγκεκριμένων παραγόντων πήξης και του ινωδογόνου. Σε ασθενείς με επιπλέον επιβαρυντικούς παράγοντες, αυτό μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα αιμορραγίας.
Ανάλογα με την υποκείμενη πάθηση, τον τρόπο αγγειακής πρόσβασης και τη γενικότερη κλινική εικόνα, μπορεί επίσης να καταγραφούν θρομβωτικές επιπλοκές.
Οι κίνδυνοι από τους καθετήρες και η ανάγκη οργανωμένου ιατρικού περιβάλλοντος
Ένα σημαντικό μέρος των πιθανών προβλημάτων σχετίζεται όχι μόνο με την ίδια την πλασμαφαίρεση, αλλά και με τον τρόπο που εξασφαλίζεται η πρόσβαση στο αγγειακό σύστημα.
Όταν απαιτείται κεντρικός φλεβικός καθετήρας, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές όπως αιμορραγία, αιμάτωμα, λοίμωξη, θρόμβωση και τραυματισμός του αγγείου.
Κατά την τοποθέτηση ορισμένων κεντρικών καθετήρων υπάρχει επίσης πιθανότητα πρόκλησης πνευμοθώρακα. Η επιλογή ανάμεσα σε περιφερική και κεντρική φλεβική πρόσβαση γίνεται ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς, τη διάρκεια της θεραπείας και τις τεχνικές απαιτήσεις της διαδικασίας.
Οι σοβαρές επιπλοκές είναι σαφώς λιγότερο συχνές από τις ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, ωστόσο έχουν καταγραφεί στη διεθνή βιβλιογραφία.
Ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο PubMed Central και περιλάμβανε στοιχεία του World Apheresis Association Registry από 50.846 θεραπευτικές ανταλλαγές πλάσματος κατέγραψε ήπιες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο 2,4% των θεραπειών, μέτριας βαρύτητας στο 3% και σοβαρές στο 0,4%.
Μεταξύ των σοβαρών περιστατικών αναφέρονταν υπόταση και συγκοπή, αλλεργικές αντιδράσεις, πυρετός ή ρίγος, καθώς και σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες.
Η ίδια ανασκόπηση περιλαμβάνει επίσης ως πιθανές επιπλοκές την υποασβεστιαιμία, τις διαταραχές της πήξης, τις αιμορραγίες, τις λοιμώξεις και τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από την αγγειακή πρόσβαση.
Η πλασμαφαίρεση επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή αιμοληψία. Είναι μια εξωσωματική θεραπευτική πράξη που επηρεάζει άμεσα την κυκλοφορία, τα επίπεδα ηλεκτρολυτών, την πήξη του αίματος και ενδεχομένως την καρδιαγγειακή λειτουργία.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται προσεκτική επιλογή των ασθενών, πλήρης καταγραφή του ιατρικού ιστορικού, αξιολόγηση των φαρμάκων που λαμβάνονται και επιλογή του κατάλληλου υγρού αντικατάστασης.
Καθοριστική είναι και η παρακολούθηση κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος της συνεδρίας, ώστε οποιαδήποτε ανεπιθύμητη μεταβολή να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί εγκαίρως.
Αυξημένη προσοχή χρειάζονται ιδιαίτερα ασθενείς με καρδιολογικά προβλήματα, διαταραχές πήξης, σοβαρή νεφρική ή ηπατική νόσο και άλλες παθήσεις που μπορεί να αυξάνουν την πιθανότητα επιπλοκών.
Η πλασμαφαίρεση αποτελεί πολύτιμη θεραπευτική επιλογή σε συγκεκριμένα σοβαρά νοσήματα και, όταν πραγματοποιείται με την κατάλληλη ένδειξη και από εξειδικευμένη ομάδα, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις καλά ανεκτή.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες αντιδράσεις διαφορετικής βαρύτητας. Αυτές μπορεί να ξεκινούν από παροδική ζάλη, αδυναμία ή μούδιασμα και να φτάνουν, σε πολύ σπανιότερες περιπτώσεις, σε σοβαρή υπόταση, αναφυλακτική αντίδραση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, προβλήματα πήξης, λοιμώξεις ή σοβαρές καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Μεταξύ των εξαιρετικά σοβαρών συμβαμάτων που μπορούν να εμφανιστούν στο πλαίσιο βαριάς επιπλοκής περιλαμβάνεται και η καρδιακή ανακοπή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε ανακοπή που συμβαίνει χρονικά κοντά στη θεραπεία προκαλείται από την ίδια την πλασμαφαίρεση.
Για την αξιολόγηση κάθε περιστατικού απαιτείται εξέταση όλων των πραγματικών ιατρικών δεδομένων: της υποκείμενης πάθησης, της ένδειξης για τη θεραπεία, των φαρμάκων, του τρόπου διενέργειας της συνεδρίας, του υγρού αντικατάστασης, της αγγειακής πρόσβασης και της συνολικής κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
Η χρονική συσχέτιση μιας επιπλοκής με μια ιατρική πράξη δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει αιτιώδη σύνδεση. Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από πλήρη ιατρική διερεύνηση και, όταν οι συνθήκες το απαιτούν, από ολοκληρωμένη ιατροδικαστική εξέταση.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Σάμος: 365 μετανάστες έφτασαν με ταχύπλοο από Κρήτη
Κόνιτσα: 11η ημέρα κατάσβεσης στην Τραπεζίτσα
Φοιτητική στέγη: 610 ευρώ για 19 τ.μ. – Τα μικρά σπίτια έγιναν «χρυσά»